Ιστορική αναδρομή της νομοθεσίας για τα ναρκωτικά στην Ελλάδα

Μανίνα Τερζίδου

Η ιστορία του προβλήματος των ναρκωτικών στην Ελλάδα ξεκινά με την απαγόρευση κάθε είδους κάνναβης το 1932 και φτάνει σήμερα, 87 χρόνια μετά, με τη νομιμοποίηση της βιομηχανικής και της φαρμακευτικής κάνναβης. Γενικά, από την αναδρομή αυτή διαπιστώνεται ότι στον χώρο των ναρκωτικών, όπως και σε πολλούς άλλους τομείς στην Ελλάδα, υπάρχουν νόμοι, αλλά δεν εφαρμόζονται, τουλάχιστον όχι στην ώρα τους.

Για παράδειγμα, η χορήγηση υποκαταστάτων στη φυλακή προβλέπεται από 1999 και εφαρμόστηκε το 2014. Aπό το 1995 προβλέπεται η διακοπή της ποινικής δίωξης του χρήστη, ο οποίος με δική του επιθυμία εντάχθηκε σε θεραπευτικό πρόγραμμα, αλλά δεν έχει ακόμα εφαρμοστεί. Απεξαρτημένοι χρήστες δικάζονται και φυλακίζονται παρά την παρακολούθηση θεραπευτικού προγράμματος, ακόμα και μετά την ολοκλήρωσή του. Από το 2003 προβλέπεται η εισαγωγή διδασκαλίας για τα ναρκωτικά στους κλάδους υγείας των ΑΕΙ και ΤΕΙ και μόλις το 2016 ξεκίνησε το πρώτο μεταπτυχιακό πρόγραμμα εξαρτησιολογίας στο ΕΚΠΑ «Αντιμετώπιση Εξαρτήσεων-Εξαρτησιολογία». Από το 2003 νομοθετήθηκε η μη φυλάκιση του εξαρτημένου χρήστη, επαναθεσπίστηκε το 2013 και ακόμα δεν εφαρμόζεται σε όλες τις περιπτώσεις. Η παροχή θεραπείας από μη κρατικούς φορείς προβλέπεται από το 2003 και οι προδιαγραφές ίδρυσής τους εγκρίθηκαν το 2018.

ΟΙ ΝΟΜΟΙ
Στην Ελλάδα, ο Πρώτος Νόμος για τα ναρκωτικά ψηφίζεται το 1919 (Ν. 1681/1919). Αυτός και, συγκεκριμένα, το Άρθρο 5 συνδέει τη χρήση ναρκωτικών με την επαιτεία και την αλητεία και τιμωρεί όσους επιδίδονται «εις χασισοποτίαν», όσους παρέχουν χώρους για τη χρήση (τεκέδες) και όσους πωλούν ή προμηθεύουν χασίς. Η ποινές για τη χρήση ξεκινούσαν από ένα έτος και έφταναν μέχρι δύο σε περίπτωση υποτροπής (Κατσαρός 2019).

Τον Ν. 1681/1919 ακολουθεί ο Ν. 2107/1920 με τον οποίο απαγορεύονται η καλλιέργεια, η εμπορία και η κατανάλωση της ινδικής κάνναβης αλλά όχι και η χρήση της ηρωίνης που απαγορεύεται εντέλει νομικά το 1934, με τον Νόμο 6025/1934, ο οποίος προέβλεπε φυλάκιση δύο μηνών μέχρι δύο ετών και χρηματικής ποινής για όποιον κάνει άλλη χρήση, πλην της φαρμακευτικής, ή έχει στην κατοχή του οποιοδήποτε ναρκωτικό (Κατσαρός 2019). 

Αναφορικά με τη θεραπευτική αντιμετώπιση της εξάρτησης, η πρώτη εισαγωγή εξαρτημένου ατόμου πραγματοποιείται το 1926 στο Ψυχιατρικό Νοσοκομείο Αττικής, ενώ κατά την περίοδο 1928-1945 αυξάνονται κατακόρυφα οι νοσηλείες εξαρτημένων. Το 1961, με πρωτοβουλία του ψυχιάτρου Ραπίδη, δημιουργείται κλινική «τοξικομανών–αλκοολικών», η οποία από το 1972 και εξής εγκαθίσταται στο περίπτερο Νο 18 στον επάνω όροφο («ΨΝΑ-18 Άνω») (Υφαντής 2017).

Στις αρχές της δεκαετίας του ’80 παρουσιάστηκαν τα πρώτα στοιχεία της επικείμενης εξάπλωσης του φαινομένου των ναρκωτικών. Μέχρι αυτή την χρονική στιγμή το φαινόμενο των ναρκωτικών δεν ήταν ιδιαίτερα διαδεδομένο και συνεπακόλουθα δεν είχε παρουσιαστεί η ανάγκη για το σχεδιασμό ειδικών μέτρων αντιμετώπισής του. Η αρχική αντίδραση στην εξάπλωση του φαινομένου υπήρξε αποσπασματική και χωρίς κεντρικό σχεδιασμό και επικεντρώθηκε κυρίως σε δύο τομείς, την εντατικοποίηση των μέτρων καταστολής, για τη μείωση της προσφοράς των ναρκωτικών ουσιών, και στη γενική ενημέρωση του κοινού με κινδυνολογικό βασικά περιεχόμενο, για τη μείωση της ζήτησης. 

Πρέπει να σημειωθεί ότι παρά τις δυσκολίες και τις δυσλειτουργίες κατά την εφαρμογή της ασκούμενης πολιτικής απέναντι στο πρόβλημα της εξάρτησης, οι πρώτες προσπάθειες στέφθηκαν με επιτυχία κυρίως στον τομέα της θεραπείας-αποκατάστασης, όπως προκύπτει από την έκθεση της ειδικής επιτροπής του ΟΗΕ για τον έλεγχο των ναρκωτικών το 2000. Συγκεκριμένα, η Επιτροπή στην Έκθεσή της επαινούσε την ελληνική κυβέρνηση για την προσφορά ευρέως φάσματος προγραμμάτων θεραπείας και αποκατάστασης στους χρήστες ουσιών, οι οποίες δεν αποκλίνουν από τις αρχές των διεθνών συνθηκών για τον έλεγχο των ναρκωτικών. 

Παρακάτω παρουσιάζονται συνοπτικά οι κυριότεροι σταθμοί στη νομοθεσία σχετικά με ζητήματα που αφορούν τα ναρκωτικά.

Το 1983 ξεκινά το πρώτο θεραπευτικό πρόγραμμα στην Ελλάδα για τα ναρκωτικά η θεραπευτική κοινότητα ΙΘΑΚΗ στη Σίνδο Θεσσαλονίκης, στο πλαίσιο του Ειδικού Θεραπευτικού Προγράμματος για Εξαρτημένα Άτομα.

Το 1987 γίνεται η πρώτη προσπάθεια για σφαιρική αντιμετώπιση του ζητήματος των ναρκωτικών, η οποία καταδεικνύει και την αλλαγή στη φιλοσοφία της πολιτικής για την αντιμετώπιση του φαινομένου των ναρκωτικών, με την ψήφιση του νόμου 1729/87, (Καταπολέμηση της διάδοσης των ναρκωτικών, προστασία των νέων και άλλες διατάξεις). Το καινούργιο στοιχείο που εισήγαγε αυτός ο νόμος ήταν η θεώρηση του χρήστη ως «ασθενή» αντί «εγκληματία» και ο διαχωρισμός των χρηστών σε εξαρτημένους και μη. Παράλληλα με την καταστολή, έδινε ιδιαίτερη προσοχή στην πρόληψη –με τη δημιουργία συμβουλευτικών σταθμών και άλλων σχετικών υπηρεσιών -στη θεραπεία- με τις ρυθμίσεις για εθελοντική ή υποχρεωτική παρακολούθηση θεραπευτικών προγραμμάτων και στην επανένταξη. Με τον ίδιο νόμο ιδρύεται το ΚΕΘΕΑ.

Θεσμοθετείται επίσης η λειτουργία ενός κεντρικού συντονιστικού οργάνου, του Κεντρικού Συμβουλίου για την Καταπολέμηση της διάδοσης των Ναρκωτικών (ΚΕΣΥΚΑΝΑ) και έγινε ορατή η διεύρυνση της πολιτικής αντιμετώπισης από το μοντέλο κατασταλτικών μέτρων για τη μείωση της προσφοράς προς το μοντέλο της μείωσης της ζήτησης.
Κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του ’90, η αντιμετώπιση του προβλήματος των ναρκωτικών χαρακτηρίστηκε από την ολοένα μεγαλύτερη έμφαση που δόθηκε από την πλευρά της πολιτείας στους τομείς της μείωσης της ζήτησης και μείωσης της βλάβης. Οι τροποποιήσεις στη νομοθεσία που έλαβαν χώρα από το 1987 και εξής αντανακλούν τόσο τις κοινωνικές εξελίξεις στο εσωτερικό της χώρας όσο και την ανάγκη εναρμόνισης της εθνικής μας νομοθεσίας με την ευρωπαϊκή καθώς και την αποδοχή των διεθνών συμβάσεων που αφορούν την αντιμετώπιση του ζητήματος των ναρκωτικών.

Με την ψήφιση του νόμου 2161/93 ιδρύεται ο ΟΚΑΝΑ, ο οποίος αντικαθιστά το ΚΕΣΥΚΑΝΑ και είναι πλέον ο υπεύθυνος φορέας για το σχεδιασμό της εθνικής πολιτικής για τα ναρκωτικά καθώς και το συντονισμό όλων των εμπλεκόμενων φορέων στον τομέα της μείωσης της ζήτησης.

Με τον ίδιο νόμο θεσπίζεται η λειτουργία του προγράμματος υποκατάστασης, η ευθύνη του οποίου ανατίθεται στον ΟΚΑΝΑ. Η χορήγηση υποκατάστατων περιορίζεται στην μεθαδόνη και δημιουργούνται δύο μονάδες, μία στην Αθήνα και μία στην Θεσσαλονίκη. Ωστόσο, οι προϋποθέσεις για την ίδρυση πειραματικών προγραμμάτων υποκατάστασης για χρήστες ηρωίνης τίθενται τον επόμενο χρόνο (Υ.Α. ΓΕΟ//1995/Β΄307). Τέσσερα χρόνια μετά, ο νόμος 2716/99, απαγορεύει τη χορήγηση υποκατάστατων και ανταγωνιστικών ουσιών από οποιαδήποτε δημόσια υπηρεσία παρά μόνο με ειδική άδεια του Υπουργείου Υγείας και του ΟΚΑΝΑ. 

Το 1994, με απόφαση του υπουργού Υγείας (24.11.1993), εκχωρείται στο Ερευνητικό Πανεπιστημιακό Ινστιτούτο Ψυχικής Υγιεινής (ΕΠΙΨΥ) η λειτουργία του Εθνικού Κέντρου Τεκμηρίωσης και Πληροφόρησης για τα Ναρκωτικά και την Τοξικομανία (ΕΚΤΕΠΝ), στα πλαίσια του δικτύου των Εθνικών Κέντρων του Ευρωπαϊκού Κέντρου Παρακολούθησης των Ναρκωτικών και της Τοξικομανίας (EMCDDA). Ρόλος του ΕΚΤΕΠΝ είναι η συλλογή αξιόπιστων και συγκρίσιμων πληροφοριών για όλες τις παραμέτρους του προβλήματος των ναρκωτικών στον ελληνικό χώρο και η παροχή τους στο Ευρωπαϊκό Κέντρο. 

Το 1995, με διάταξη του νόμου 2331/95 προβλέπεται η διακοπή της ποινικής δίωξης του χρήστη, ο οποίος με δική του επιθυμία εντάχθηκε σε θεραπευτικό πρόγραμμα, καθώς και η δυνατότητα αναστολής της ποινής μετά από την επιτυχή ολοκλήρωση του προγράμματος.

Την ίδια χρονιά, ιδρύεται Κέντρο Εκπαίδευσης για την Πρόληψη της Χρήσης Ναρκωτικών και την Προαγωγή της Υγείας (η τότε ονομασία του: «Σχολή Στελεχών Προγραμμάτων Πρόληψης του Υπουργείου Υγείας και Πρόνοιας»). Την ευθύνη για τη λειτουργία της Σχολής (μετέπειτα) έχει το ΕΠΙΨΥ σε συνεργασία με τον ΟΚΑΝΑ.

Το 1996, ο ΟΚΑΝΑ ξεκινά την ανάπτυξη ενός δικτύου πρόληψης σε συνεργασία με την Τοπική Αυτοδιοίκηση και ιδρύονται τα δύο πρώτα Κέντρα Πρόληψης (το 1997 άλλα 8, το 1998 άλλα 23, το 1999 άλλα 7, το 2000 άλλα 8, το 2001 άλλα 6, το 2002 άλλα 8, το 2003, το 2005, το 2008, το 2012 και το 2013 από ένα, το 2006 5 και το 2014 τα τελευταία 2). Σήμερα, συνολικά λειτουργούν 75 Κέντρα Πρόληψης. Αυτά τα Κέντρα αναπτύσσουν προγράμματα βασισμένα στη φιλοσοφία της αγωγής και προαγωγής της υγείας, στελεχώνονται από κοινωνικούς επιστήμονες και συγχρηματοδοτούνται από τον ΟΚΑΝΑ, την Τοπική Αυτοδιοίκηση και τοπικούς φορείς.

Το 1997, δημιουργείται από τον ΟΚΑΝΑ το πρώτο κέντρο κοινωνικής επανένταξης που στόχο έχει τον επαγγελματικό προσανατολισμό των αποφοίτων των Προγραμμάτων Αποκατάστασης.

Το 1997, ο νόμος 2472/1997, παράλληλα με την επιεικέστερη στάση απέναντι στο χρήστη η νομοθεσία παίρνει σκληρότερη στάση έναντι των εμπόρων ναρκωτικών και ιδιαίτερα αυτών που πωλούν ναρκωτικά σε ανήλικους (εισαγωγή του όρου «ιδιαίτερα επικίνδυνος» με το νόμο).

Το 1998 συστήνεται Διακομματική Κοινοβουλευτική Επιτροπή για τα Ναρκωτικά, με την υπ’ αριθμ. 203/136/15.1.1998 απόφαση. Σκοπός της Επιτροπής είναι η συνεχής παρακολούθηση και αξιολόγηση των νέων δεδομένων του προβλήματος, η εισήγηση μέτρων και η διαμόρφωση προτάσεων για την αποτελεσματικότερη δράση σε εθνικό επίπεδο, για τη βελτίωση της κείμενης νομοθεσίας και για την εναρμόνιση των θεσμών και δραστηριοτήτων στο πλαίσιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Με το προεδρικό Διάταγμα 291/24/3/98 εδραιώνεται η λειτουργία του ΕΚΤΕΠΝ ως το αρμόδιο εθνικά όργανο για την συνεργασία με το Ευρωπαϊκό Κέντρο.

Ο ΟΚΑΝΑ δημιουργεί το Κέντρο Επαγγελματικής Κατάρτισης με σκοπό την επαγγελματική κατάρτιση των ατόμων που ολοκλήρωσαν τη θεραπεία στα προγράμματα υποκατάστασης, ενώ το ίδιο έτος το ΚΕΘΕΑ πιστοποιείται ως εξειδικευμένο κέντρο κατάρτισης και υποστήριξης απεξαρτημένων ατόμων στις περιοχές της Αττικής, Θεσσαλίας και Μακεδονίας.

Με το νόμο 2721/1999, προβλέπεται η επιεικέστερη μεταχείριση των εξαρτημένων χρηστών ναρκωτικών σε περίπτωση που αυτοί διαθέσουν από την ποσότητα που είχαν για προσωπική τους χρήση σε άλλους μικρή ποσότητα ναρκωτικών για δική τους χρήση. Ο ίδιος νόμος προβλέπει την ίδρυση δύο Κέντρων Απεξάρτησης Τοξικομανών Κρατουμένων με έδρα το ένα στη Θήβα και το άλλο στην Κασσάνδρα της Χαλκιδικής. Η έναρξη της λειτουργίας τους όμως καθυστέρησε με συνέπεια τη μη εφαρμογή των ρυθμίσεων που προέβλεπαν την εισαγωγή των εξαρτημένων κρατουμένων στα ειδικά θεραπευτικά καταστήματα, και επομένως τον εγκλεισμό τους στα υπάρχοντα καταστήματα κράτησης. Τελικά, πρώτο ειδικό θεραπευτικό κατάστημα, το Ειδικό Κατάστημα Απεξάρτησης Κρατουμένων στον Ελαιώνα Θηβών, λειτούργησε το 2002  (ΚΥΑ 137/2002/28.8.2002). 

Η υπουργική απόφαση 149020/2.12.1999 προέβλεπε τη λειτουργία  προγράμματος υποκατάστασης με χρήση μεθαδόνης στα Κέντρα Απεξάρτησης Τοξικομανών Κρατουμένων

Το 2000 η υπουργική απόφαση (30278/2000) του Υπουργείου Εργασίας θεσπίζει τη δημιουργία επιδοτούμενων θέσεων εργασίας για τα απεξαρτημένα άτομα. Συγκεκριμένα, προβλέπεται η χορήγηση επιδότησης από τον ΟΑΕΔ προς τους εργοδότες σε περίπτωση που προσλάβουν απεξαρτημένα άτομα.

Το πρώτο Εθνικό Σχέδιο Δράσης για την καταπολέμηση της Ουσιοεξάρτησης εκπονείται το 2001. Με απόφαση του Πρωθυπουργού (Υ 876/22.10.2001) συστήθηκε Διυπουργική Επιτροπή αποτελούμενη από τους υπουργούς των συναρμόδιων υπουργείων, με αντικείμενο την εκπόνηση του Εθνικού Σχεδίου Δράσης για τα Ναρκωτικά. Επίσης, σύμφωνα, με το νόμο 2955/2001, προβλεπόταν η σύσταση Επιτροπής Διυπουργικού Συντονισμού, στην οποία θα μετέχουν οι προϊστάμενοι των διευθύνσεων/τμημάτων των συναρμόδιων υπουργείων, με έργο την εφαρμογή και παρακολούθηση του Εθνικού Σχεδίου Δράσης. Πρόεδρος της Επιτροπής θα είναι διευθυντικό στέλεχος του ΟΚΑΝΑ. Οι βασικοί πυλώνες του Σχεδίου που καταρτίστηκε και τελικά εγκρίθηκε το Δεκέμβριο του 2001, με πενταετή διάρκεια (2002-2006) είναι δύο: α) η μείωση της ζήτησης και β) η μείωση της προσφοράς ναρκωτικών. Οι βασικές αρχές στις οποίες βασίζεται είναι τρεις: α) η συμπληρωματικότητα και η συνεργασία των εμπλεκόμενων αρχών, β) η αλληλεπίδραση των μέτρων που λαμβάνονται από το Κράτος και των πρωτοβουλιών που λαμβάνονται από την κοινωνία των πολιτών και γ) η ενίσχυση του θεραπευτικού πλουραλισμού, με στόχο την καλύτερη εξυπηρέτηση όλων των θεραπευτικών αναγκών.

Με το νόμο 2955/2001, προβλέπεται η χορήγηση ανταγωνιστικών ουσιών από δημόσιους ή ιδιωτικούς φορείς, σύμφωνα με απόφαση του Υπουργού Υγείας και την γνώμη του ΟΚΑΝΑ.

Το 2001 δημιουργείται το Εθνικό Εκπαιδευτικό Δίκτυο Αγωγής Υγείας με στόχο την εφαρμογή των Προγραμμάτων Αγωγής Υγείας στη Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση.

Το 2002, με την υπουργική απόφαση 100847/14.10.2002, εγκρίνεται η διάθεση βουπρενορφίνης στα Προγράμματα Υποκατάστασης του ΟΚΑΝΑ ύστερα από την επιτυχή συμπλήρωση της πιλοτικής φάσης.

Με το νόμο 3189/2003, και σύμφωνα με την φιλοσοφία της επιεικούς αντιμετώπισης του χρήστη, μειώθηκε η ανώτερη ποινή για τη χρήση ναρκωτικών ουσιών από μη εξαρτημένα άτομα, από πέντε σε ένα έτος. Επίσης, με τον ίδιο νόμο προβλέπεται η εισαγωγή σε Ειδικό Θεραπευτικό Κατάστημα ή Ειδικό Τμήμα Καταστήματος Κράτησης καθώς και η εφαρμογή, σύμφωνα με τις περιπτώσεις, της υπό όρους απόλυσης. Όσον αφορά τους εμπόρους ναρκωτικών ο νόμος προβλέπει αυστηρές ποινές (ισόβια κάθειρξη και χρηματικές ποινές). Επιπλέον, σύμφωνα με διάταξη του ίδιου νόμου, η οποία στοχεύει στην άρση του στιγματισμού και στην ολοκλήρωση της ενσωμάτωσης αυτών των ατόμων, είναι η μη-αναγραφή στο δελτίου ποινικού μητρώου των παραβάσεων του νόμου περί των ναρκωτικών υπό την προϋπόθεση να μην διαπράξει ο παραβάτης το ίδιο αδίκημα μέσα στην επόμενη πενταετία. 

Σύμφωνα με την υπουργική απόφαση 19546/25.2.2003 του υπουργού Υγείας, καθορίζονται οι ουσίες, οι όροι και οι προϋποθέσεις για τη χορήγηση ανταγωνιστικών ουσιών στη θεραπεία από αλκοόλ και οπιοειδή. Οι ανταγωνιστικές ουσίες είναι η ναλτρεξόνη και η ναλοξόνη.

Ξεκινά ο σχεδιασμός ενός νέου Εθνικού Σχεδίου για τη θεραπεία των εξαρτημένων από τα ναρκωτικά ατόμων. Σύμφωνα με αυτό το νέο Σχέδιο προβλέπεται η ενίσχυση του ΟΚΑΝΑ και η δημιουργία ενός οργάνου παρά τῷ Πρωθυπουργῷ με στόχους το συντονισμό των δράσεων μείωσης της ζήτησης και της προσφοράς όλων των εξαρτησιογόνων ουσιών. Στα σχέδια της Πολιτείας είναι και η εφαρμογή ενός Ενιαίου Προγράμματος Αγωγής Υγείας σε όλα τα σχολεία με παράλληλη εκπαίδευση των εκπαιδευτικών. Προβλέπεται επίσης η εισαγωγή διδασκαλίας για τα ναρκωτικά στους κλάδους υγείας των ΑΕΙ και ΤΕΙ και συγκεκριμένα στους φοιτητές των τμημάτων της Ιατρικής, της Ψυχολογίας, της Νοσηλευτικής και της Κοινωνικής Εργασίας και προωθείται η χωροταξική κατανομή των θεραπευτικών μονάδων βάσει χρονοδιαγράμματος και η ενίσχυσή τους σε ανθρώπινο δυναμικό. 

Το 2005 ψηφίζεται από τη Βουλή ο Κώδικας Νόμων για τα Ναρκωτικά, ο οποίος προβλέπει την κωδικοποίηση όλων των ισχυουσών διατάξεων για τα ναρκωτικά και τη σύσταση Επιτροπής Ναρκωτικών στο Υπουργείο Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης που θα γνωμοδοτεί για όλα σχετικά με τα ναρκωτικά θέματα. Ο Κώδικας θεωρείται ότι δεν διευκόλυνε την ποινική αντιμετώπιση των χρηστών επειδή ήταν στην ουσία μια συρραφή προηγούμενων νόμων.

Ανακοινώνεται από τους Υπουργούς Υγείας και Οικονομίας η παροχή δωρεάν περίθαλψης και νοσηλείας σε νοσοκομεία του ΕΣΥ και του ΙΚΑ σε ανασφάλιστους και οικονομικά αδύνατους πολίτες σε όλη τη χώρα, συμπεριλαμβανομένων και των εξαρτημένων που παρακολουθούν θεραπευτικά προγράμματα.

Η εκπόνηση της Εθνικής Στρατηγικής και του Σχεδίου Δράσης που είχε ξεκινήσει το 2003, ολοκληρώθηκε το 2006. Η Εθνική Στρατηγική για τα Ναρκωτικά αφορά την περίοδο 2006-2012, και το Εθνικό Σχέδιο Δράσης για την περίοδο 2008-2012. 

Το 2010, το Υπουργείο Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων σύστησε τρεις νομοπαρασκευαστικές επιτροπές με στόχο την αναθεώρηση του Κώδικα Νόμων Περί Ναρκωτικών, τον Σωφρονιστικό και τον Ποινικό Κώδικα. 

Το ίδιο έτος δημιουργήθηκε με πρωτοβουλία του Πρωθυπουργού η Εθνική Επιτροπή Σχεδιασμού και Συντονισμού με την εντολή να εκπονήσει ένα μεσοπρόθεσμο διετές (2011-2012) Σχέδιο Καταπολέμησης Εξαρτήσεων. Δέκα Υπουργεία συμμετείχαν στην Επιτροπή (Υγείας, Παιδείας, Δικαιοσύνης, Προστασίας του Πολίτη, Εθνικής Άμυνας, Εργασίας, Εσωτερικών, Οικονομικών, Πολιτισμού και Εξωτερικών), καθώς και οι φορείς θεραπείας (ΚΕΘΕΑ, 18 ΑΝΩ, ΨΝΘ) και το ΕΚΤΕΠΝ. Στο Εθνικό Σχέδιο Καταπολέμησης των Εξαρτήσεων για τη διετία 2011-2012, το οποίο εκπονήθηκε από την Επιτροπή, έχουν ληφθεί υπόψη οι περιορισμοί που θέτει η οικονομική κρίση και η επακόλουθη δημοσιονομική λιτότητα και έχει γίνει προσπάθεια εξορθολογισμού  των δαπανών. Οι βασικοί άξονες του Σχεδίου είναι δύο, η Μείωση της Ζήτησης και  Μείωση της Προσφοράς.

Το 2011, σύμφωνα με τροπολογία που συμπεριλήφθηκε στο νόμο 3966/2011 αλλάζει το άρθρο 61 του νόμου. 3459/2006 «κώδικας Νόμων για τα Ναρκωτικά» και προβλέπει τη μετονομασία των Κέντρων Πρόληψης σε Κέντρα Πρόληψης των Εξαρτήσεων και Προαγωγής της Ψυχοκοινωνικής Υγείας, τα οποία επεκτείνουν τη δραστηριότητά τους στην πρόληψη όλων των εξαρτήσεων με στόχο την περαιτέρω ισχυροποίηση της προαγωγής της ψυχοκοινωνικής υγείας. Με βάση το νόμο πρέπει να καταρτιστεί ένας Ενιαίος Εσωτερικός Κανονισμός Λειτουργίας των Κέντρων Πρόληψης, στον οποίο θα ρυθμίζονται, μεταξύ άλλων, οι όροι και ο τρόπος οργάνωσης και διοίκησης των Κέντρων, ο τρόπος άσκησης της επιστημονικής παρακολούθησης, εποπτείας και ελέγχου τους από τον ΟΚΑΝΑ, καθώς και η διαδικασία και τα κριτήρια αξιολόγησης και πιστοποίησης της λειτουργίας του επιτελούμενου έργου και των εργαζομένων των Κέντρων. 

Τη διετία 2011-12, ως ανταπόκριση στην επιδημική έξαρση του HIV/AIDS στην Αθήνα, ο ΟΚΑΝΑ ξεκίνησε τη λειτουργία 26 νέων μονάδων του Προγράμματος Υποκατάστασης, οι οποίες στεγάζονται σε νοσοκομεία. 

Τον Μάρτιο του 2013 ψηφίστηκε ο νέος νόμος για τα ναρκωτικά. Ο νόμος 4139/13 αναθεωρεί την ποινική αντιμετώπιση των εξαρτημένων παραβατών και θεσμοθετεί ένα πλαίσιο συντονισμού στο χώρο των ναρκωτικών.

Σε σχέση με την ποινική αντιμετώπιση του χρήστη το νομοσχέδιο προβλέπει:

  • την πλήρη αποποινικοποίηση της κατοχής και προμήθειας  ναρκωτικών που προορίζονται για προσωπική χρήση. Η καλλιέργεια της κάνναβης για  προσωπική χρήση υποβιβάζεται σε βαθμό πταίσματος.  
  • την ηπιότερη μεταχείριση (πλημμεληματικού χαρακτήρα) της διακίνησης μικροποσότητας, καθώς και την προμήθεια ουσίας για οικείο πρόσωπο.
  • αυξημένες ποινές για πράξεις από συγκεκριμένα πρόσωπα (γιατρούς, φαρμακοποιούς, υπάλληλους που ασχολούνται με ναρκωτικά) και σε συγκεκριμένους χώρους (σχολεία, στρατόπεδα, καταστήματα κράτησης) ή σε βάρος ανηλίκων. Ο νόμος ορίζει σαφώς ότι η διαγνωσμένη εξάρτηση του κατηγορουμένου αποτελεί λόγο άρσης ή μείωσης του καταλογισμού και πρέπει να οδηγεί σε απαλλαγή ή μείωση της ποινής.
  • τη ρητή απαγόρευση ηπιότερης αντιμετώπισης εξαρτημένου - «μεγαλεμπόρου» ναρκωτικών, για τον οποίο προβλέπεται η εσχάτη των ποινών (ισόβια) ή πρόσκαιρη κάθειρξη 10-20 ετών και χρηματική ποινή 600.000 €. Η «μεγαλεμπορία» κρίνεται από το ύψος του οικονομικού οφέλους, το οποίο ορίζεται πάνω από 50.000 €.

Επιπλέον, αλλάζει ο τρόπος διάγνωσης της εξάρτησης με την κατοχύρωση ενός πληρέστερου συστήματος διάγνωσης και απόδειξης της εξάρτησης, το οποίο το Δικαστήριο συνεκτιμά υποχρεωτικά. Το δικαίωμα στην πλήρη θεραπεία κατοχυρώνεται για όλους τους εξαρτημένους δράστες, τόσο αυτούς που καταδικάστηκαν για  εγκλήματα του νόμου Περί ναρκωτικών, όσο και για εγκλήματα που φέρονται ότι τελέστηκαν για να διευκολυνθεί η χρήση ναρκωτικών ουσιών. Εξαιρούνται του ευεργετήματος ιδιαίτερα σκληρά εγκλήματα όπως η ανθρωποκτονία, ο βιασμός και η ληστεία με ιδιαίτερη σκληρότητα.

Διασφαλίζεται το δικαίωμα στη θεραπεία και προβλέπεται η επιβολή εναλλακτικών της φυλάκισης μέτρων, δηλαδή της θεραπείας εντός και εκτός των φυλακών.  Εάν ο εξαρτημένος δηλώσει ότι επιθυμεί να ξεκινήσει θεραπεία, υποβάλλεται σε πρόγραμμα σωματικής αποτοξίνωσης τριών (3) εβδομάδων προκειμένου να ενταχθεί σε θεραπευτικό πρόγραμμα εντός φυλακής. Κατόπιν επιτυχούς ολοκλήρωσης του προγράμματος αυτού μπορεί να απολυθεί υπό τον όρο να παρακολουθήσει θεραπευτικό πρόγραμμα εκτός φυλακής. Ο χρόνος παραμονής στο πρόγραμμα θεωρείται χρόνος έκτισης ποινής.

Ο νόμος 4139/13 περιέχει τους εγκεκριμένους από το κράτος φορείς για τη θεραπεία της εξάρτησης και ορίζει ένα νέο συντονιστικό σχήμα για τις εξαρτήσεις.

Στην κορυφή του νέου συντονιστικού σχήματος τοποθετείται τη Διυπουργική Επιτροπή για το Εθνικό Σχέδιο Δράσης κατά των Ναρκωτικών, η οποία αποτελείται από 10 Υπουργούς και τον Πρόεδρο της Διαρκούς Επιτροπής Κοινωνικών Υποθέσεων της Βουλής. Στην Επιτροπή προεδρεύει ο Πρωθυπουργός. Οι αρμοδιότητες της Επιτροπής είναι η έγκριση, η παρακολούθηση και η αξιολόγηση του  Εθνικού Σχεδίου Δράσης για τα Ναρκωτικά. 

Το Εθνικό Σχέδιο Δράσης για τα Ναρκωτικά εκπονεί η Εθνική Επιτροπή Σχεδιασμού και Συντονισμού για την Αντιμετώπιση των Ναρκωτικών, μέλη της οποίας είναι εκπρόσωποι των Υπουργείων που συμμετέχουν στη Διυπουργική Επιτροπή, καθώς και εκπροσώπους του ΟΚΑΝΑ, του ΚΕΘΕΑ, του Ψυχιατρικού Νοσοκομείου Αττικής, του  Ψυχιατρικού Νοσοκομείου Θεσσαλονίκης και του ΕΚΤΕΠΝ. Εκτός από την εκπόνηση του Εθνικού Σχεδίου Δράσης για τα Ναρκωτικά, αρμοδιότητα της Επιτροπής είναι η προώθηση των αναγκαίων μέτρων για την εφαρμογή και την παρακολούθησή του, καθώς και η ανάπτυξη διεθνών συνεργασιών.

Πρόεδρος της Επιτροπής είναι ο εκάστοτε Εθνικός Συντονιστής για τα Ναρκωτικά. Ο Εθνικός Συντονιστής ορίζεται από τον Πρωθυπουργό με πενταετή θητεία. Οι αρμοδιότητές της είναι η σύγκληση και ο συντονισμός του έργου της Εθνικής Επιτροπής Σχεδιασμού και Συντονισμού για την Αντιμετώπιση των Ναρκωτικών και η εκπροσώπηση της χώρας σε διεθνείς οργανισμούς για τα ναρκωτικά. Ο Εθνικός Συντονιστής είναι μέλος της Διυπουργικής Επιτροπής, στην οποία παρουσιάζει το Σχέδιο Δράσης προς έγκριση και τις ετήσιες αναφορές παρακολούθησής του.

Με καθυστέρηση 15 χρόνων, εγκεκριμένες από το 1999 (με το Ν.2721/1999 και την ΥΑ 149020/2.12.1999) ιδρύονται το 2014 (ΥΑ 212/2014) από τον ΟΚΑΝΑ θεραπευτικές μονάδες με χορήγηση υποκατάστατων στα καταστήματα κράτησης Κορυδαλλού και Πατρών.

Το 2013 συγκλήθηκε η Εθνική Επιτροπή Σχεδιασμού και Συντονισμού για την Αντιμετώπιση των Ναρκωτικών με στόχο την εκπόνηση Εθνικής Στρατηγικής και Εθνικού Σχεδίου Δράσης για τα Ναρκωτικά. Το 2015 η Επιτροπή κατέληξε σε ένα προσχέδιο, το οποίο όμως δεν εγκρίθηκε ποτέ από την Διυπουργική Επιτροπή για το Εθνικό Σχέδιο Δράσης κατά των Ναρκωτικών, όπως ορίζει ο Ν. 4139/13.

Νομιμοποίηση της βιομηχανικής κάνναβης και της ιατρικής χρήσης της κάνναβης 
Από το 2013, ο νόμος 4139 προέβλεπε τη νομιμοποίηση της βιομηχανικής και φαρμακευτικής κάνναβης. Οι Νόμοι και οι Υπουργικές Αποφάσεις της τριετίας 2016-2018 εξειδικεύουν τη νομοθεσία και θέτουν τις προδιαγραφές για την καλλιέργεια και την παραγωγή και τη διαδικασία μέχρι να φτάσει το τελικό προϊόν στην αγορά. 

Με την ΚΥΑ A1750/39224 ΦΕΚ 929 6/4/2016 καθιερώνεται σύστημα προέγκρισης για την καλλιέργεια κάνναβης με περιεκτικότητα σε τετραϋδροκανναβινόλη μέχρι 0,2% για βιομηχανική χρήση (κάνναβη Sativa L-Hemp). Αρμόδια για την χορήγηση της προέγκρισης είναι Τμήματα Αγροτικής Ανάπτυξης των Διευθύνσεων Αποκεντρωμένων Υπηρεσιών του ΥΠΑΑΤ. Μετά την πιλοτική καλλιέργεια σε 4 φυτείες σε όλη την Ελλάδα, τον Σεπτέμβριο του 2016 έγινε η πρώτη συγκομιδή.

Ο δρόμος για τη νομιμοποίηση της φαρμακευτικής κάνναβης άνοιξε το 2017 με την Κοινή Υπουργική Απόφαση των Υπουργείων Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και Υγείας, με αριθμό Γ5γ οικ. 49690 (1) «Συμπλήρωση και τροποποίηση των πινάκων ναρκωτικών ουσιών του ν. 3459/2013, όπως τροποποιήθηκε και ισχύει με το ν. 4139/2013» (ΦΕΚ Β΄ 2238/Β/29-6-2017). Με την υπουργική αυτή απόφαση μεταφέρθηκε η κάνναβη και η ρητίνη της, από τον Πίνακα Α στον Πίνακα Β του ν. 3459/2006, δηλαδή από παράνομη σε συνταγογραφούμενη ουσία με ειδικό συνταγολόγιο.

Το 2018 ο Nόμος 4523 (ΦΕΚ Α΄41/7-3-2018) «Διατάξεις για την παραγωγή τελικών προϊόντων Φαρμακευτικής Κάνναβης και άλλες διατάξεις», ο οποίος κατατέθηκε από το Υπουργείο Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων, νομιμοποιεί την κυκλοφορία φαρμακευτικών σκευασμάτων κάνναβης. Συγκεκριμένα εγκρίνει την παραγωγή, κατοχή, μεταφορά, αποθήκευση, προμήθεια των πρώτων υλών και των ουσιών των ποικιλιών κάνναβης του είδους Cannabis Sativa L περιεκτικότητας σε τετραϋδροκανναβινόλη (THC) άνω του 0,2%, καθώς και την εγκατάσταση και λειτουργία μεταποιητικής μονάδας επεξεργασίας και παραγωγής τελικών προϊόντων φαρμακευτικής κάνναβης με αποκλειστικό σκοπό την προμήθεια του κρατικού μονοπωλίου, τη διάθεσή τους για ιατρικούς σκοπούς και την εξαγωγή τους. 

Ο νόμος επιτρέπει τη διενέργεια (και περιγράφει τις διαδικασίες έγκρισης) μη παρεμβατικών μελετών (κλινικών μελετών, αλλά όχι κλινικών δοκιμών) σε ασθενείς υπό θεραπεία με το υπό μελέτη φάρμακο. Στόχος των μελετών θα πρέπει να είναι η αποτελεσματικότητα του φαρμάκου, οι παρενέργειές του, καθώς και οι συνέπειές του στην ποιότητα ζωής των ασθενών.
Τις μελέτες θα εγκρίνει και θα παρακολουθεί ειδική επιτροπή η οποία θα συσταθεί στον ΕΟΦ (Επιτροπή Μη-Παρεμβατικών Μελετών). Τα τελικά προϊόντα (εγχώριας παραγωγής ή εισαγόμενα) θα εγκρίνονται από τον ΕΟΦ και θα καλύπτονται από τον ΕΟΠΥΥ. Ο κύριος ερευνητής θα πρέπει να είναι γιατρός του ΕΣΥ, ή μέλος ΔΕΠ, ή να κατέχει υψηλή θέση σε ιδιωτικό νοσηλευτικό ίδρυμα όπου λειτουργεί Επιστημονικό Συμβούλιο ή Επιτροπή. Το υπό μελέτη φάρμακο θα χορηγείται από τους φορείς κοινωνικής ασφάλισης.

Κοινή Υπουργική Απόφαση Αριθμ. οικ. 51483/700/Φ.15 (ΦΕΚ 1692 15/05/2018) «Όροι και προϋποθέσεις για την καλλιέργεια και επεξεργασία της φαρμακευτικής κάνναβης». Κατατέθηκε από τα Υπουργεία Εσωτερικών/Οικονομίας και Ανάπτυξης/Δικαιοσύνης, Διαφάνειας  και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων/Υγείας και Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων. Η Κ.Υ.Α. προβλέπει αυστηρές διατάξεις ως προς α) την καλλιεργήσιμη έκταση και τον εξοπλισμό της μονάδας παραγωγής, β) προδιαγραφές για τη φύλαξη και την ασφάλεια του χώρου, και γ) τη μεταφορά του τελικού προϊόντος. Ως αρμόδια αρχή για την τήρηση των όρων φύλαξης και ασφάλειας ορίζεται η Διεύθυνση Δημόσιας Ασφάλειας του Αρχηγείου της Ελληνικής Αστυνομίας. Το Υπουργείο Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων είναι αρμόδιο για τον έλεγχο της νομιμότητας της εισαγωγής, την ποσότητα του σπόρου που αποθηκεύεται από την εισαγωγή του μέχρι την σπορά του, την ποσότητα του σπόρου που καταστρέφεται και γενικά την τήρηση των υποχρεώσεων της μονάδας συνολικά και των λοιπών υποχρεώσεων αρμοδιότητας του Υπουργείου. Οι έλεγχοι διενεργούνται ανά τρίμηνο. Αυστηρές είναι και οι προβλεπόμενες κυρώσεις για παράβαση των όρων.

Υπουργική Απόφαση Δ3(γ)52588 (ΦΕΚ 2840 16/7/2018) «Όροι και προϋποθέσεις για την παραγωγή και την κυκλοφορία τελικών προϊόντων φαρμακευτικής κάνναβης» του Υπουργείου Υγείας. Ως τελικό προϊόν φαρμακευτικής κάνναβης ορίζεται το προϊόν που περιέχει ως μόνο ενεργό συστατικό (δραστική ουσία) ουσία των ποικιλιών κάνναβης του είδους Cannabis Sativa L περιεκτικότητας σε τετραϋδροκανναβινόλη (THC) >0,2% και το οποίο εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του ν.4523/2018 (ΦΕΚ Α’ 41).

Σύμφωνα με την Υ.Α. απαιτείται ειδική έγκριση κυκλοφορίας για όλα τα τελικά προϊόντα φαρμακευτικής κάνναβης είτε προορίζονται για διάθεση στην ελληνική αγορά, είτε για εξαγωγή, καθώς και για τα τελικά προϊόντα φαρμακευτικής κάνναβης που εισάγονται στην Ελλάδα από άλλο κράτος-μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή από τρίτη χώρα. Υπεύθυνος για τη χορήγηση της ειδικής έγκρισης είναι ο ΕΟΦ κατόπιν σχετικής αίτησης του ενδιαφερόμενου.

Στην αίτησή του ο ενδιαφερόμενος φορέας περιλαμβάνει, εκτός φυσικά από τα χαρακτηριστικά της εταιρίας και την ονομασία του τελικού προϊόντος, τα εξής:
α) Ποιοτική και ποσοτική σύνθεση του τελικού προϊόντος φαρμακευτικής κάνναβης.
β) Μέθοδοι και προδιαγραφές ελέγχου ποιότητας πρώτης ύλης και επικύρωση των μεθόδων ελέγχου.
γ) Μελέτες ανάπτυξης του τελικού προϊόντος φαρμακευτικής κάνναβης.
δ) Διαδικασία παραγωγής
ε) Θεραπευτικές ενδείξεις, αντενδείξεις και ανεπιθύμητες ενέργειες.
στ) Δοσολογία, φαρμακοτεχνική μορφή, τρόπος και οδός χορήγησης και αναμενόμενος χρόνος ζωής του τελικού προϊόντος φαρμακευτικής κάνναβης.
ζ) Αιτιολόγηση για κάθε μέτρο προφύλαξης και ασφάλειας που πρέπει να λαμβάνεται για την αποθήκευση του φαρμάκου, τη χορήγηση του στους ασθενείς και τη διάθεση των υπολειμμάτων, μαζί με υπόδειξη των πιθανών κινδύνων που παρουσιάζει το φάρμακο για το περιβάλλον.
η) Περίληψη του συστήματος παρακολούθησης ανεπιθύμητων ενεργειών (απόδειξη ότι ο αιτών έχει στη διάθεση του αποδεδειγμένα ειδικευμένο άτομο υπεύθυνο για την παρακολούθηση ανεπιθύμητων ενεργειών και σχέδιο διαχείρισης του κινδύνου το οποίο περιγράφει το σύστημα διαχείρισης του κινδύνου).
θ) Περίληψη των χαρακτηριστικών του προϊόντος (Core Summary of Product Characteristics), στην οποία περιλαμβάνεται το ανώτατο όριο περιεκτικότητας σε τετραϋδροκανναβινόλη, καθώς και (μεταξύ άλλων) φαρμακολογικές ιδιότητες και κλινικά πληροφοριακά στοιχεία, ιατρικές / θεραπευτικές χρήσεις, ανώτατη δοσολογία και τρόπος χορήγησης, αντενδείξεις, ιδιαίτερες προειδοποιήσεις και προφυλάξεις κατά τη χρήση, αλληλεπιδράσεις με άλλα φαρμακευτικά προϊόντα, χορήγηση κατά την εγκυμοσύνη και γαλουχία, επιδράσεις στην ικανότητα οδήγησης και χειρισμού μηχανημάτων, υπερδοσολογία.

Για την  αξιολόγηση του φακέλου με τα παραπάνω χαρακτηριστικά του τελικού προϊόντος που υποβάλλει ο ενδιαφερόμενος συστήνεται στον ΕΟΦ Ειδική Επιστημονική Επιτροπή Τελικών Προϊόντων Φαρμακευτικής Κάνναβης, η οποία και αξιολογεί το προϊόν με βάση τις καθορισμένες από τον αιτούντα ενδείξεις, καθώς και όλα τα προαναφερόμενα περιεχόμενα του φακέλου της αίτησης και εισηγείται εγγράφως στον ΕΟΦ την χορήγηση ή μη της άδειας. Έχει επίσης την ευθύνη για την επαναξιολόγηση του ενεργού συστατικού του προϊόντος σε τακτά χρονικά διαστήματα με βάση όποια νέα επιστημονικά στοιχεία προκύπτουν κατά καιρούς. Παράλληλα, εφαρμόζεται σύστημα παρακολούθησης παρενεργειών του προϊόντος.
Για την εισαγωγή στην Ελλάδα τελικών προϊόντων φαρμακευτικής κάνναβης χρειάζεται ειδική έγκριση από τον ΕΟΦ, ανάλογα αν πρόκειται για κράτος-μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή τρίτη χώρα.

Η Υ.Α. καταλήγει σε κυρώσεις για την παραβίαση των όρων της ειδικής έγκρισης και απαγορεύει κάθε διαφήμιση προϊόντων φαρμακευτικής κάνναβης, καθώς και τη  χορήγηση δειγμάτων.

Μετά από 7 χρόνια επισφαλούς καθεστώτος, ο Νόμος 4461/2017 (ΦΕΚ Α’ 38 28/3/2017), άρθρο 19 "Εθνικό Κέντρο Τεκμηρίωσης και Πληροφόρησης για τα Ναρκωτικά (Ε.Κ.ΤΕ.Π.Ν.)" επανιδρύει το ΕΚΤΕΠΝ ως μονάδα του ΕΠΙΨΥ κατ’ εφαρμογή του Κανονισμού 1920/2006 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου σχετικά με το Ευρωπαϊκό Κέντρο Παρακολούθησης Ναρκωτικών και Τοξικομανίας. Με την κοινή υπουργική Αριθμ. Δ2α/90073/17 (ΦΕΚ Β’ 32/16.01.2018) των Υπουργών Υγείας, Παιδείας, Έρευνας και Θρησκευμάτων και Οικονομίας καθορίζονται τα καθήκοντα του ΕΚΤΕΠΝ και προβλέπεται κωδικός για τη χρηματοδότησή του.

Ρυθμίζεται το καθεστώς των Χώρων Εποπτευόμενης Χρήσης (ΧΕΧ) μετά από 6 χρόνια βίαιης αναστολής της λειτουργίας του ΟΔΥΣΣΕΑ με την ΥΑ Δ2α/οικ.40101 (5), ΦΕΚ 2266 11/6/2019 «Καθορισμός των όρων και των προϋποθέσεων ίδρυσης και λειτουργίας των Χώρων Εποπτευόμενης Χρήσης (ΧΕΧ), των ζητημάτων στελέχωσης και στέγασης, της δημιουργίας, τήρησης και λειτουργίας του Μητρώου Καταγραφής Ληπτών Υπηρεσιών τους και κάθε άλλης λεπτομέρειας».

Οι ΧΕΧ είναι ειδικά διαμορφωμένοι χώροι για την ενέσιμη χρήση, με  κατάλληλο εξοπλισμό για την ασφαλή χρήση ναρκωτικών προαποκτημένων ναρκωτικών ουσιών από τους λήπτες/ριες των υπηρεσιών και τη βραχεία παραμονή τους αμέσως μετά τη χρήση.

Στόχος των ΧΕΧ, σύμφωνα με το την ΥΑ είναι η μείωση της βλάβης και των αρνητικών συνεπειών που συνδέονται με τη χρήση ναρκωτικών, καθώς και την ασφαλέστερη χρήση ναρκωτικών ουσιών σε ένα μη επικριτικό περιβάλλον, υπό την εποπτεία εκπαιδευμένου προσωπικού και με τήρηση των κανόνων υγιεινής και ασφάλειας. 

Οι ΧΕΧ εντάσσονται σε ένα σχήμα ολοκληρωμένης παρέμβασης με τελικό στόχο τη διασύνδεσή των χρηστών με προγράμματα θεραπείας και την προώθηση της κοινωνικής ένταξης.

Η Απόφαση αναφέρει αναλυτικά τους σκοπούς της λειτουργίας των ΧΕΧ και συγκεκριμένα, την προαγωγή της υγείας των ενεργών χρηστών, την προστασία της δημόσιας υγείας, τη μείωση του επιπολασμού των μεταδιδόμενων Νόσων, την πρόληψη και έγκαιρη παρέμβαση για την αντιμετώπιση υπερδοσολογίας, κ.ά.

Μεταξύ των παρεχόμενων υπηρεσιών αναφέρονται η επείγουσα φροντίδα σε περιπτώσεις υπερδοσολογίας, η συμβουλευτική ενημέρωση για την ασφαλή χρήση ναρκωτικών ουσιών, η διασύνδεση με προγράμματα αντιμετώπισης της εξάρτησης, υπηρεσίες ιατρικής φροντίδας, καθώς και άλλες κοινωνικές υπηρεσίες, κ.ά. 
Μέσα στους χώρους αυτούς παρέχονται υπηρεσίες συμβουλευτικής, ουσίες ανταγωνιστές ναρκωτικών ουσιών (Ναλοξόνη) περιστατικών υπερδοσολογίας, υπηρεσίες επείγουσας ιατρικής φροντίδας, ατομικής υγιεινής, φιλοξενίας και σίτισης.

Η Απόφαση προβλέπει επίσης τους όρους και τις προϋποθέσεις λειτουργίας των ΧΕΧ και ζητήματα στελέχωσης.

Ίδρυση μη κρατικών θεραπευτικών μονάδων για τα ναρκωτικά με την ΥΑ Δ2α/οικ.46350, ΦΕΚ 2463 (21/6/2019) «Καθορισμός των βασικών αρχών και προδιαγραφών, των όρων, των προϋποθέσεων, των δικαιολογητικών, της διαδικασίας και κάθε άλλου θέματος σχετικού με τη χορήγηση άδειας ίδρυσης και λειτουργίας των μονάδων του άρθρου 58 του ν. 4139/2013 (Ά 74)». Η απόφαση αφορά την ίδρυση θεραπευτικών μονάδων μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα, πέραν των ήδη αναγνωρισμένων με το άρθρο 51, του νόμου 4139/13. 

Με τον νόμο αυτόν το Υπουργείο Υγείας καθορίζει α) τους στόχους και τις βασικές αρχές λειτουργίας των συμβουλευτικών και θεραπευτικών μονάδων, β) τον κανονισμό λειτουργίας τους, τις λειτουργικές απαιτήσεις και τις υλικοτεχνικές υποδομές, γ) τη στελέχωση τους, δ) την αξιολόγηση και την εποπτεία των υπηρεσιών αυτών και ε) τα δικαιολογητικά και τη διαδικασία που απαιτείται για τη χορήγηση άδειας λειτουργίας.

Το 2019, προστίθενται δύο θεραπευτικές μονάδες στις εγκεκριμένες μονάδες παροχής θεραπείας για τα ναρκωτικά που προέβλεπε ο Νόμος 4139/13.  

Με τον Νόμο 4600/2019 (ΦΕΚ 43/τ. Α΄/09-03-2019), Άρθρο 123 ιδρύεται και λειτουργεί «Πολυδύναμο Κέντρο Αντιμετώπισης της κρίσης των χρηστών Ναρκωτικών και Αλκοολισμού», ως αποκεντρωμένη μονάδα του Γενικού Νοσοκομείου Ιωαννίνων «Γ. Χατζηκώστα». Βασικοί στόχοι του είναι η αντιμετώπιση των συμπτωμάτων του συνδρόμου στέρησης σε χρήστες οπιοειδών και αλκοόλ, η ψυχοκοινωνική υποστήριξη και κινητοποίηση, η προετοιμασία και παραπομπή σε κατάλληλο πρόγραμμα απεξάρτησης.

Ιδρύεται επίσης στην Ψυχιατρική Κλινική του Γενικού Νοσοκομείου Κέρκυρας η Μονάδα Απεξάρτησης «ΔΙΑΠΛΟΥΣ» —ένα στεγνό θεραπευτικό πρόγραμμα τριών φάσεων που περιλαμβάνει συμβουλευτικό σταθμό, ψυχολογική απεξάρτηση και κοινωνική επανένταξη. Η Μονάδα αποτελείται από τα εξής εννέα τμήματα: 1) πρόληψης, 2) εκπαίδευσης/έρευνας, 3) διαδικτύου και τυχερών παιχνιδιών, 4) οικογενειακής θεραπείας, 5) εφήβων, 6) διπλής διάγνωσης, 7) σωματικής αποτοξίνωσης, 8) νομικής υποστήριξης και 9) συμβουλευτικό σταθμό φυλακών. 

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
Κατσαρός Α. (2019). Ειδική μεταχείριση χρηστών ναρκωτικών ουσιών στην προδικασία. Διπλωματική εργασία στη Νομική Σχολή του Αριστοτέλειου Πανεπιστήμιου Θεσσαλονίκης. 

Υφαντής Δ. (2017). Τοξικομανία δι΄ ηρωίνης: η χρήση ουσιών στην Ελλάδα του μεσοπολέμου. Αθήνα, ΑΓΡΑ.

Main technical details