HIV
Νέες διαγνώσεις HIV λοίμωξης με ενέσιμη χρήση ουσιών ως πιθανή κατηγορία μετάδοσης
Σύμφωνα με τα στοιχεία του Εθνικού Οργανισμού Δημόσιας Υγείας (ΕΟΔΥ), μέχρι και το 2024 είχαν δηλωθεί συνολικά 2.573 νέες περιπτώσεις HIV με την ενέσιμη χρήση ουσιών ως πιθανή κατηγορία μετάδοσης (12,1% μεταξύ όλων των δηλώσεων ή 14,5% μεταξύ εκείνων με γνωστή την κατηγορία μετάδοσης (δεν φαίνεται σε πίνακα, ΕΟΔΥ 2025[1]).
Μόνο το 2024 δηλώθηκαν συνολικά 650 νέες περιπτώσεις HIV (συμπεριλαμβανομένων 37 με ήδη κλινικά ανεπτυγμένο AIDS (Πίνακας 4.1, ΕΟΔΥ 2025). Για το 37,1% των νέων HIV διαγνώσεων (n=241), η κατηγορία μετάδοσης δεν ήταν γνωστή. Μεταξύ των διαγνώσεων με γνωστή την κατηγορία μετάδοσης (n=409), περισσότερες από τις μισές (49,1%) αφορούσαν τη χωρίς-προφύλαξη σεξουαλική επαφή μεταξύ ανδρών. Η ενέσιμη χρήση ουσιών αναφέρθηκε ως πιθανή κατηγορία μετάδοσης σε 101 περιπτώσεις το 2024 (15,5% μεταξύ όλων των δηλώσεων ή 24,7% μεταξύ των δηλώσεων με γνωστή την κατηγορία μετάδοσης, Πίνακας 4.1), κυρίως άνδρες (80,2%) και κυρίως άτομα ηλικίας 40 ετών και άνω (65,3%, δεν φαίνεται σε πίνακα, ΕΟΔΥ 2025).
Στοιχεία για τα CD4+ T-λεμφοκυττάρων κατά τη διάγνωση ήταν το 2023 διαθέσιμα για to 24,8% των περιπτώσεων με κατηγορία μετάδοσης «ενέσιμη χρήση» (25/101), με το 60% αυτών (15/25) να έχουν <350 και το 40% (10/25) <200 κύτταρα/mm3 ─και τα δύο ποσοστά υψηλότερα από το μέσο όρο συνολικά των περιπτώσεων με διαθέσιμα στοιχεία για τα CD4+ T-λεμφοκύτταρα (54% και 33% αντίστοιχα, δεν φαίνεται σε πίνακα, ΕΟΔΥ 2025).
[1] Δεδομένα για τις νέες διαγνώσεις HIV λοίμωξης ανά κατηγορία μετάδοσης –συμπεριλαμβανομένης της ενέσιμης χρήσης ουσιών– συλλέγονται μέσω του εθνικού συστήματος υποχρεωτικής δήλωσης περιστατικών HIV/AIDS και παρουσιάζονται ετησίως στην Έκθεση του ΕΟΔΥ. Τα πιο πρόσφατα στοιχεία περιλαμβάνονται στην ακόλουθη αναφορά: Εθνικός Οργανισμός Δημόσιας Υγείας (2025). Δελτίο Επιδημιολογικής Επιτήρησης HIV/AIDS στην Ελλάδα, 31-12-2024 (Τεύχος 39). ΕΟΔΥ: Αθήνα.
Δ ι α χ ρ ο ν ι κ ά: Στα στοιχεία του ΕΟΔΥ, ο αριθμός των 84 νέων διαγνώσεων HIV λοίμωξης με πιθανή αιτία την ενέσιμη χρήση ουσιών του 2024 ήταν κατά 20% αυξημένος συγκριτικά με το 2023 (n=84) και κατά 15% αυξημένος συγκριτικά με πριν από μια 5ετία (n=88 το 2020). Οι διαχρονικές τάσεις τόσο στον ετήσιο αριθμό όσο και στο ποσοστό των νέων διαγνώσεων HIV που αποδίδονται στην ενέσιμη χρήση ναρκωτικών, όπως καταγράφονται από το εθνικό σύστημα επιδημιολογικής επιτήρησης HIV/AIDS στην Ελλάδα, παρουσιάζονται στο Γράφημα 4.1 για την περίοδο 2006-2024. Στο Γράφημα 4.2 απεικονίζεται ένας υψηλός αλλά σταδιακά μειούμενος -αν και με ορισμένες αξιοσημείωτες ετήσιες διακυμάνσεις- τριετής κυλιόμενος μέσος όρος των νέων λοιμώξεων HIV που αποδίδονται στην ενέσιμη χρήση ως πιθανό τρόπο μετάδοσης κατά την τελευταία δεκαετία (2015-2024). Ωστόσο, το αντίστοιχο ποσοστό παρουσιάζει σταδιακή αύξηση από το 2018 και μετά. Συνολικά, οι τάσεις αυτές υποδηλώνουν ότι η έκταση της HIV λοίμωξης στα άτομα που κάνουν ενέσιμη χρήση ουσιών στην Ελλάδα παραμένει ιδιαίτερα υψηλή -αν και σε κάποιο βαθμό ελεγχόμενο (όπως αντανακλάται στη σταδιακή μείωση του τριετούς κυλιόμενου μέσου όρου από το 2015), παρά τις κατά διαστήματα αυξήσεις, όπως αυτή που παρατηρείται κατά το πιο πρόσφατο έτος (2024).
Σχόλιο | Οι παρατηρούμενες διακυμάνσεις αντανακλούν σε έναν βαθμό πραγματικές μεταβολές στην παρουσία και τη μετάδοση της HIV λοίμωξης στην κοινότητα των ατόμων που κάνουν χρήση ουσιών—σε ορισμένες περιπτώσεις μάλιστα με χαρακτηριστικά επιδημικής έξαρσης που απαιτούν άμεση ανταπόκριση. Παράλληλα, οι τάσεις αυτές ενδέχεται να επηρεάζονται από την επέκταση της διαθεσιμότητας και κάλυψης υπηρεσιών μείωσης της βλάβης τα τελευταία χρόνια (π.χ., προγράμματα διανομής συρίγγων), αλλά κυρίως και από τη σποραδική υλοποίηση των προγραμμάτων ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗΣ και ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ σε Αθήνα και Θεσσαλονίκη, αντίστοιχα, τα οποία συνέβαλαν -μεταξύ άλλων- στην ενίσχυση των ορολογικών ελέγχων και τη διασύνδεση στη θεραπεία[2]. Την ίδια στιγμή, η αύξηση από το 2018 του ποσοστού των νέων διαγνώσεων που αποδίδονται στην ενέσιμη χρήση δείχνει πως η μετάδοση της λοίμωξης κινείται ταχύτερα στα άτομα που κάνουν ενέσιμη χρήση σε σύγκριση με σε άλλες υποομάδες πληθυσμού. Ως αποτέλεσμα, τα άτομα αυτά αντιπροσωπεύουν αυξανόμενο μερίδιο των νέων διαγνώσεων, ακόμη και χωρίς αντίστοιχη αύξηση στον απόλυτο αριθμό των περιπτώσεων. Ωστόσο, η ερμηνεία των τάσεων αυτών χρειάζεται να λάβει υπόψη της παράγοντες όπως ο υψηλός και μεταβαλλόμενος αριθμός διαγνώσεων με άγνωστο τρόπο μετάδοσης, η διακοπτόμενη εφαρμογή των παρεμβάσεων στην κοινότητα και η επίδραση της πανδημίας COVID-19 (ιδίως ως προς την καταγραφή της λοίμωξης), οι οποίοι ενδέχεται να επηρεάζουν τόσο τις απόλυτες τιμές όσο και τα ποσοστά που παρουσιάζονται στην ενότητα αυτή.
[2] Sypsa, V., Psichogiou, M., Paraskevis, D., Nikolopoulos, G., Tsiara, C., Paraskeva, D., Micha, K., Malliori, M., Pharris, A., & Wiessing, L. (2017). Rapid decline in HIV incidence among persons who inject drugs during a fast-track combination prevention program after an HIV outbreak in Athens. The Journal of Infectious Diseases, doi: 10.1093/infdis/jix100.
Επιπολασμός της HIV λοίμωξης σε άτομα που κάνουν προβληματική/ενέσιμη χρήση
Στοιχεία για τον επιπολασμό της HIV λοίμωξης (επιβεβαιωμένο antiHIV+) σε άτομα που κάνουν ενέσιμη χρήση στην Ελλάδα προέρχονται από α) οροσυμπεριφορικές έρευνες που διεξάγονται στην κοινότητα των ατόμων που κάνουν προβληματική χρήση ουσιών και β) τις διαγνωστικές εξετάσεις ρουτίνας που διενεργούνται κατά την είσοδο στις δομές θεραπείας για χρήση ουσιών.
Επιπολασμός της HIV λοίμωξης στην κοινότητα των ατόμων που κάνουν ενέσιμη χρήση ουσιών (οροσυμπεριφορικές μελέτες)
Αθήνα — Νεότερα δεδομένα για τον επιπολασμό της HIV λοίμωξης στην κοινότητα των ατόμων που κάνουν ενέσιμη χρήση ουσιών στην περιοχή της Αθήνας είναι διαθέσιμα από το ερευνητικό πρόγραμμα-παρέμβαση ΑΡΙΣΤΟTΕΛΗΣ IIΙ[3] το οποίο υλοποιήθηκε για τρίτη φορά τα τελευταία δεκαπέντε έτη την περίοδο 2024-2025. Ο επιπολασμός της HIV λοίμωξης σε 688 άτομα εκτιμήθηκε στο 13,8% [95% διάστημα εμπιστοσύνης (ΔΕ): 11,3%-16,6%].[4] Όπως φαίνεται στο Γράφημα 4.3, συγκριτικά με τους προηγούμενους δύο κύκλους του προγράμματος, το 2012-2013 και το 2018-2020, ο επιπολασμός της HIV λοίμωξης στην Αθήνα -αν και με μικρές διακυμάνσεις εμφανίζεται σχετικά σταθερός (σχετικά επικαλυπτόμενα 95% διαστήματα εμπιστοσύνης μεταξύ των μελετών). Ωστόσο, δεδομένου ότι πρόκειται για έναν πληθυσμό με ήδη υψηλό επιπολασμό HIV και τεκμηριωμένο ιστορικό επιδημικών εξάρσεων, η σχετική σταθερότητα των εκτιμήσεων δεν θα πρέπει να οδηγεί σε εφησυχασμό, καθώς ακόμη και μικρές μεταβολές μπορεί να αντανακλούν αναζωπυρούμενη μετάδοση, καθιστώντας αναγκαία τη συστηματική επιτήρηση, τον έγκαιρο έλεγχο και τη διατήρηση υψηλής κάλυψης παρεμβάσεων μείωσης της βλάβης. Για παράδειγμα, σε κοόρτη ατόμων που έκαναν ενέσιμη χρήση ουσιών και συμμετείχαν και στους δύο κύκλους του προγράμματος, το 2012-2013 και το 2018-2020 (n=682), ο επιπολασμός της HIV λοίμωξης ήταν σημαντικά υψηλότερος το 2018-2020 [22,0% (95% ΔΕ: 19,0%-25,3%)] σε σύγκριση με το 2012–2013 [14,2% (95% ΔΕ: 11,7%-17,1%), p<0,001], ενώ για την περίοδο 2014-2020, στην ίδια κοόρτη (n=699), ο ρυθμός επίπτωσης της HIV λοίμωξης εκτιμήθηκε σε 1,94 νέες λοιμώξεις ανά 100 ανθρωποέτη (95% ΔΕ: 1,50-2,52).[5]
[3] Το πρόγραμμα-παρέμβαση ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗΣ, στην Αθήνα (όπως και το ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ στη Θεσσαλονίκη) απευθύνεται κυρίως στα άτομα που κάνουν ενέσιμη χρήση ουσιών (πρόσφατη χρήση) και δεν έχουν ελεγχθεί για ενδεχόμενη HIV και HCV λοίμωξη. Εφαρμόζοντας κατευθυνόμενη από τους συμμετέχοντες μέθοδο στρατολόγησης (δειγματοληψίας), το πρόγραμμα διενεργεί ορολογικούς ελέγχους και συνδέει τα οροθετικά άτομα σε εξειδικευμένες υπηρεσίες φροντίδας, συμπεριλαμβανομένων εκείνων για τη χρήση ουσιών.
[4] Ρούσσος και συν. (2025) HIV λοίμωξη σε χρήστες ενδοφλέβιων ναρκωτικών στην Αθήνα: Πρόγραμμα «ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗΣ», 2024-2025. Προφορική παρουσίαση στη 13η Πανελλήνια Συνάντηση «AIDS, Ηπατίτιδες, Αναδυόμενα Νοσήματα & Εξαρτήσεις», Αθήνα, 24-26 Σεπτεμβρίου 2025.
[5] Roussos, S., Paraskevis, D., Psichogiou, M., Kostaki, E. G., Flountzi, E., Angelopoulos, T., ... & Sypsa, V. (2022). Ongoing HIV transmission following a large outbreak among people who inject drugs in Athens, Greece (2014-20). Addiction, 117(6), 1670-1682.
Θεσσαλονίκη —Σύμφωνα με τα τελευταία διαθέσιμα στοιχεία από το ερευνητικό πρόγραμμα-παρέμβαση ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ που υλοποιήθηκε στη Θεσσαλονίκη την περίοδο 2019-2021 (περίοδος πανδημίας COVID-19), παρατηρήθηκε αυξανόμενος αριθμός περιστατικών HIV στην κοινότητα των ατόμων που κάνουν ενέσιμη χρήση ουσιών, υποδηλώνοντας επιδημική έξαρση στην περιοχή. Συγκεκριμένα, μεταξύ των 1.101 συμμετεχόντων (53,7% με πρόσφατη ενέσιμη χρήση, 20,1% άστεγοι και 20,3% σε θεραπεία με αγωνιστές οπιοειδών), ο επιπολασμός της HIV λοίμωξης εκτιμήθηκε στο 7,0% (95% ΔΕ: 5,6–8,7%), επίπεδο υψηλότερο σε σύγκριση με προηγούμενες καταγραφές από τα προγράμματα θεραπείας για χρήση ουσιών της περιοχής. Τα δύο τρίτα των περιπτώσεων (67,5%) αντιστοιχούσαν σε νέες διαγνώσεις, ενώ η επίπτωση υπολογίστηκε σε 7,0 νέες λοιμώξεις ανά 100 ανθρωποέτη (95% ΔΕ: 4,8-10,2), με στατιστικά σημαντική αυξητική τάση κατά την περίοδο 2019-2021 (p=0,002). Ειδικές αναλύσεις έδειξαν ότι την πρόσφατη αστεγία και τη χρήση κοινής σύριγγας για ενέσιμη χρήση ως παράγοντες που ανεξάρτητα αυξάνουν τον κίνδυνο ορομετατροπής.[6]
Επιπολασμός της HIV λοίμωξης στα άτομα που εισέρχονται στα προγράμματα θεραπείας για χρήση ουσιών και έχουν ιστορικό ενέσιμης χρήσης
Το 2024, ο επιπολασμός της HIV λοίμωξης σε εθνικό επίπεδο στα άτομα που κάνουν ενέσιμη χρήση ουσιών και εξετάστηκαν κατά την είσοδό τους στη θεραπεία για χρήση ουσιών (n=636) ανήλθε σε 7,5% (Πίνακας 4.2). Ο επιπολασμός διαφοροποιήθηκε ανάλογα με το είδος του προγράμματος, από 6,0% στα «στεγνά» προγράμματα έως 8,7% στα προγράμματα θεραπείας με αγωνιστές οπιοειδών (ΟΑΤ), χωρίς ωστόσο η διαφορά αυτή να είναι στατιστικά σημαντική (δεν παρουσιάζεται σε Πίνακα). Σημαντικές γεωγραφικές διαφοροποιήσεις παρατηρήθηκαν, με υψηλότερο επιπολασμό στη Θεσσαλονίκη (12,9%), σε σύγκριση με την Αττική (8,4%) και, ιδίως, τις Λοιπές περιοχές (3,5%).
Σύμφωνα με τα στοιχεία στον Πίνακα 4.2, σε εθνικό επίπεδο, σχετικά υψηλότερα ποσοστά (χωρίς έλεγχο για στατιστική σημαντικότητα) παρατηρούνται στα άτομα με:
- ηλικία κάτω των 25 ετών,
- ιστορικό ενέσιμης χρήσης μικρότερο των 2 ετών,
- κύρια ουσία χρήσης την ηρωίνη ή άλλα οπιοειδή,
- προηγούμενο ιστορικό θεραπείας και
- ιστορικό φυλάκισης
[6] Sypsa, V., Roussos, S., Tsirogianni, E., et al. (2023). A new outbreak of HIV infection among people who inject drugs during the COVID-19 pandemic in Greece. International Journal of Drug Policy, 117, 104073.
Τα παραπάνω χαρακτηρίζουν κυρίως στο δείγμα της Αττικής, το οποίο αποτελεί και το μεγαλύτερο στρώμα (n=334). Το δείγμα της Θεσσαλονίκης εμφανίζει διαφοροποιημένο προφίλ, με υψηλότερο επιπολασμό HIV στα άτομα ηλικίας 25-34 ετών (απουσία περιστατικών κάτω των 25 ετών), σε άτομα με ιστορικό ενέσιμης χρήσης ≥2 ετών, σε άτομα χωρίς προηγούμενη εμπειρία θεραπείας και σε άτομα που αναφέρουν ως κύρια ουσία χρήσης κάποια ουσία εκτός ηρωίνης/άλλων οπιοειδών.
Διαχρονικές τάσεις — Παρά τις έντονες ετήσιες διακυμάνσεις, την τελευταία πενταετία (2020-2024) παρατηρείται συνολικά αύξηση στον επιπολασμό της HIV λοίμωξης στο εθνικό δείγμα των ατόμων που εξετάζονται κατά την είσοδό τους στη θεραπεία για χρήση ουσιών. Τα επίπεδα επιπολασμού είναι συνολικά σταθερά στην Αττική, αλλά διαρκώς και σημαντικά αυξημένα στη Θεσσαλονίκη (Γράφημα 4.4).
Την τελευταία πενταετία (2020-2024, δεν φαίνεται σε Πίνακα), συνολικά σε εθνικό επίπεδο, ο επιπολασμός της HIV λοίμωξης είναι σταθερά υψηλότερος (χωρίς έλεγχο για στατιστικά σημαντικές διαφορές) στα άτομα με:
- βιολογικό φύλο γυναίκα (σε σύγκριση με άνδρας), ιδίως σε Θεσσαλονίκη και Λοιπές περιοχές,
- ηλικία άνω των 34 (σε σύγκριση με τις ηλικιακές ομάδες <25 και 25–34), στη Θεσσαλονίκη,
- ιστορικό ενέσιμης χρήσης >2 ετών (σε σύγκριση με ≤2 έτη), σε όλα τα στρώματα,
- ιστορικό προηγούμενης θεραπείας (σε σύγκριση με όσους εισέρχονται για πρώτη φορά), σε όλα τα στρώματα, εκτός από τη Θεσσαλονίκη όπου τα υψηλότερα ποσοστά παρατηρούνται στα άτομα που εισέρχονται για πρώτη φορά στη θεραπεία και
- με ιστορικό φυλάκισης, με παράλληλη αυξητική τάση από το 2021
Σχόλιο | Τα διαθέσιμα στοιχεία από διαφορετικές πηγές συγκλίνουν στο ότι στη Θεσσαλονίκη υπάρχει σε εξέλιξη αύξηση της HIV λοίμωξης στην κοινότητα των ατόμων που κάνουν ενέσιμη χρήση ουσιών.
Τα ευρήματα της οροσυμπεριφορικής έρευνας–παρέμβαση ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ (2019-2021) κατέδειξαν υψηλό επιπολασμό (7,0%) και έντονη συνεχιζόμενη μετάδοση, με υψηλή επίπτωση (7,0 νέες λοιμώξεις ανά 100 ανθρωποέτη), σημαντική αυξητική τάση και μεγάλο ποσοστό νέων διαγνώσεων, εκ των οποίων πολλές αφορούσαν πρόσφατες λοιμώξεις που καταγράφηκαν κατά τη διάρκεια συμμετοχής στο πρόγραμμα.
Ταυτόχρονα, αδημοσίευτα δεδομένα του ΕΟΔΥ δείχνουν ότι ο αριθμός των νέων διαγνώσεων HIV που αποδίδονται στην ενέσιμη χρήση ουσιών στη Θεσσαλονίκη αυξήθηκε από μία (1) περίπτωση το 2017 σε 11 το 2019, 16 το 2021 και 20 το 2023, ενώ το αντίστοιχο ποσοστό μεταξύ των περιπτώσεων με γνωστό τρόπο μετάδοσης αυξήθηκε από 2,3% σε 22,4%, 29,1% και 52,6%, αντίστοιχα.
Τα παραπάνω ευρήματα επιβεβαιώνονται και από τα δεδομένα του ΕΚΤΕΠΝ που συλλέγονται πρωτογενώς κατά την είσοδο στα προγράμματα θεραπείας για χρήση ουσιών, τα οποία -αν και προκύπτουν από σχετικά μικρό αριθμό εξετασθέντων ετησίως- καταγράφουν σημαντική αύξηση του επιπολασμού της HIV λοίμωξης στη Θεσσαλονίκη, από επίπεδα κάτω του 1% το 2018 σε διψήφια ποσοστά το 2024 (12,9%, αν και θα πρέπει να ληφθεί υπόψη ότι η αύξηση αυτή επηρεάζεται εν μέρει από μεθοδολογικούς παράγοντες, καθώς σημαντικό υποσύνολο των ατόμων που διαγιγνώσκονται στο πλαίσιο παρεμβάσεων στην κοινότητα εισέρχονται μεταγενέστερα στη θεραπεία, αυξάνοντας την αναλογία των HIV-θετικών στις εισόδους).
Παρά τους περιορισμούς, η συνέπεια των ενδείξεων από διαφορετικές πηγές (έρευνες-παρέμβαση στην κοινότητα, επιδημιολογική επιτήρηση και είσοδοι στη θεραπεία για χρήση ουσιών) υποδηλώνει την ύπαρξη αυξημένης μετάδοσης και πιθανής επιδημικής έξαρσης στη Θεσσαλονίκη. Το παραπάνω αναδεικνύει την ανάγκη για συνεχιζόμενη επιδημιολογική επιτήρηση, υλοποίηση και ενίσχυση οροσυμπεριφορικών ερευνών-παρέμβαση τύπου STTR[7] στην κοινότητα, καθώς και την περαιτέρω ανάπτυξη και εντατικοποίηση στοχευμένων προγραμμάτων πρόληψης και μείωσης της βλάβης.
[7] Οι παρεμβάσεις τύπου STTR έχουν ως συστατικά στοιχεία: αναζήτηση ατόμων που κάνουν ενέσιμη χρήση ουσιών (Seek), εξετάσεις για λοιμώδη νοσήματα (Test), διασύνδεση με υπηρεσίες θεραπείας λοιμωδών και χρήσης ουσιών (Treat) και διατήρηση στη θεραπεία (Retain).
Ηπατίτιδα C
Επιπολασμός της HCV λοίμωξης σε άτομα που κάνουν ενέσιμη χρήση
Στοιχεία σχετικά με τον επιπολασμό της Ηπατίτιδας C (anti-HCV θετικό και χρόνια ηπατίτιδα) σε άτομα που κάνουν ενέσιμη χρήση στην Ελλάδα προέρχονται από α) οροσυμπεριφορικές έρευνες-παρέμβαση που διεξάγονται σε συγκεκριμένες περιοχές της χώρας και εμπλέκουν την κοινότητα των ατόμων με ιστορικό ενέσιμης χρήσης και β) το πανελλήνιο δίκτυο δομών θεραπείας για χρήση ουσιών μέσω των διαγνωστικών εξετάσεων που διενεργούν κατά την είσοδο στη θεραπεία.
Επιπολασμός της HCV λοίμωξης στην κοινότητα (οροσυμπεριφορικές έρευνες)
Α θ ή ν α — Νεότερα δεδομένα για τη λοίμωξη από ηπατίτιδα C είναι διαθέσιμα από το πρόγραμμα ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗΣ III, μια STTR τύπου έρευνα-παρέμβαση με στόχο την προσέλκυση, έλεγχο, παραπομπή και διατήρηση στη θεραπεία ατόμων της κοινότητας που κάνουν ενέσιμη χρήση ουσιών, η οποία υλοποιήθηκε στο κέντρο της Αθήνας την περίοδο 2024-2025 (n=688), αποτελώντας την τρίτη αντίστοιχη παρέμβαση στην περιοχή την τελευταία 15ετία. Ο επιπολασμός της HCV λοίμωξης (anti-HCV+) εκτιμήθηκε στο 67,3% (95% ΔΕ: 63,6%-70,8%)[8], σχετικά χαμηλότερα συγκριτικά με εκείνον που είχε καταγραφεί στο ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗΣ II την περίοδο Απριλίου 2018-Μαρτίου 2022 (79,9%, n=1.386)[9].
Θ ε σ σ α λ ο ν ί κ η — Στα δεδομένα του ερευνητικού προγράμματος-παρέμβαση ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ που διενεργήθηκε στη Θεσσαλονίκη την περίοδο 2019-2021 (n=1.047; ̴54% με πολύ πρόσφατο ιστορικό ενέσιμης χρήσης, 20% άστεγοι και 20% σε πρόγραμμα θεραπείας με αγωνιστές οπιοειδών) θετικά αντισώματα στην HCV (anti-HCV+) ανιχνεύθηκαν στο 63,4% των δειγμάτων[10].
[8] Ρούσσος και συν. (2025). Ηπατίτιδα C σε χρήστες ενδοφλέβιων ναρκωτικών στην Αθήνα (πρόγραμμα «ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗΣ», 2024-2025): ενδείξεις για μείωση επιπολασμού χρόνιας ηπατίτιδας C. Προφορική παρουσίαση στη 13η Πανελλήνια Συνάντηση «AIDS, Ηπατίτιδες, Αναδυόμενα Νοσήματα & Εξαρτήσεις», Αθήνα, 24-26 Σεπτεμβρίου 2025.
[9] Roussos, S., Angelopoulos, T., Cholongitas, E., Savvanis, S., Papadopoulos, N., Kapatais, A., ... & Sypsa, V. (2024). High levels of all-cause mortality among people who inject drugs from 2018 to 2022. International Journal of Drug Policy, 126, 104356.
[10] Sypsa, V., Roussos, S., Tsirogianni, E., et al. (2023). A new outbreak of HIV infection among people who inject drugs during the COVID-19 pandemic in Greece. International Journal of Drug Policy, 117, 104073.
Επιπολασμός της HCV λοίμωξης στα προγράμματα θεραπείας για χρήση ουσιών
HCV λοίμωξη στα άτομα που βρίσκονται σε θεραπεία
Στο πλαίσιο του συστήματος καταγραφής των δεικτών που αφορούν στον καταρράκτη φροντίδας για την HCV λοίμωξη, το ΕΚΤΕΠΝ συλλέγει ετησίως συγκεντρωτικά δεδομένα για την Ηπατίτιδα C στα άτομα που βρίσκονται στα προγράμματα θεραπείας και έχουν ιστορικό ενέσιμης χρήσης. Το 2024, τουλάχιστον 6.671 άτομα με ιστορικό ενέσιμης χρήσης είχαν εξεταστεί κάποια στιγμή στο πρόγραμμα για anti-HCV. Εξ’ αυτών, το 98,9% (n=6600) είχαν διαθέσιμο αποτέλεσμα. Μεταξύ αυτών, το 65,4% (n=4.319) ήταν -βάσει της πιο πρόσφατης εξέτασης- anti-HCV(+).
HCV λοίμωξη στα άτομα που εισέρχονται στη θεραπεία
Ο επιπολασμός των θετικών αντισωμάτων έναντι του HCV (anti-HCV+) στα άτομα που κατά τη διάρκεια του 2024 (τελευταία διαθέσιμα στοιχεία) εισήλθαν στα προγράμματα θεραπείας για χρήση ουσιών και ανέφεραν ενέσιμη χρήση υπολογίζεται σε εθνικό επίπεδο στο 74,5%, ενώ κυμάνθηκε -ανάλογα με την περιοχή- μεταξύ 68,3% (Θεσσαλονίκη) και 76,0% (Λοιπές περιοχές, Πίνακας 4.3). Δεν φαίνεται σε πίνακα, αλλά το ποσοστό της HCV λοίμωξης ήταν σημαντικά υψηλότερο (76,2%) στα άτομα που εισήλθαν σε μονάδες θεραπείας με αγωνιστές οπιοειδών, συγκριτικά με εκείνο που καταγράφηκε στα «στεγνά» προγράμματα (68,3%).
Τα δεδομένα στον Πίνακα 4.3 για το 2024 δείχνουν υψηλότερο (αν και όχι ελεγμένο στατιστικά) επιπολασμό της HCV λοίμωξης στα άτομα με:
- «άρρεν» βιολογικό φύλο (σε όλα τα στρώματα)
- ηλικία >34 ετών (στην Αττική/Αθήνα) ή <25 ετών (σε Θεσσαλονίκη και Λοιπές περιοχές)
- ιστορικό ενέσιμης χρήσης άνω των 2 ετών (σε όλα τα στρώματα)
- «ηρωίνη/άλλα οπιοειδή» ως κύρια ουσία χρήσης (σε Θεσσαλονίκη και Αττική/Αθήνα)
- ιστορικό προηγούμενης εισόδου σε πρόγραμμα θεραπείας (σε Αττική/Αθήνα και Λοιπές περιοχές)
- ιστορικό φυλάκισης στο παρελθόν (σε όλα τα στρώματα).
Δ ι α χ ρ ο ν ι κ ά : Σταθερά αυξητική τάση παρατηρείται την τελευταία 5ετία στα (ήδη πολύ υψηλά) ποσοστά των ατόμων που διαγιγνώσκονται κατά την είσοδό τους στα προγράμματα θεραπείας με αντισώματα κατά του HCV (anti-HCV+), με την τάση αυτή να χαρακτηρίζει εξίσου τις περιοχές της Αττικής, της Θεσσαλονίκης και όλες μαζί τις λοιπές περιοχές (Γράφημα 4.5). Ειδικά για την τελευταία 5ετία (2020-2024), σταθερά υψηλότερος επιπολασμός anti-HCV παρατηρείται κυρίως στις εισόδους στη θεραπεία για χρήση ουσιών με:
- ηλικία άνω των 34 ετών (με τα άτομα <25 ετών να εμφανίζουν σταθερά τα χαμηλότερα ποσοστά)
- ιστορικό ενέσιμης χρήσης μεγαλύτερο των 2 ετών (με τη διαφορά σε σχέση με την ομάδα ≤2 ετών να μειώνεται στις Λοιπές περιοχές τα τελευταία τρία έτη) και
- ιστορικό φυλάκισης (δεν φαίνεται σε γράφημα ή πίνακα)
Σχόλιο | Η παρατηρούμενη αύξηση στον επιπολασμό της anti-HCV+ την τελευταία πενταετία συνδέεται σε μεγάλο βαθμό με το γεγονός ότι στα ετήσια δείγματα των ατόμων που εξετάζονται κατά την είσοδο στη θεραπεία περιλαμβάνονται άτομα που τείνουν να επανεμφανίζονται επανειλημμένα στο σύστημα, καθώς εισέρχονται περισσότερες από μία φορές σε προγράμματα θεραπείας και επανεξετάζονται κάθε φορά, σε συνδυασμό και με τη γήρανση αυτού του πληθυσμού. Πράγματι, επιμέρους αναλύσεις έδειξαν ότι η διαχρονική μεταβολή του ποσοστού της anti-HCV+ στις υποομάδες των ατόμων που εισήλθαν για πρώτη φορά σε θεραπεία και των ατόμων που έχουν ιστορικό ενέσιμης χρήσης λιγότερα από δύο έτη, δεν είναι στατιστικά σημαντική.
Παραταύτα, τα πολύ υψηλά και αυξανόμενα επίπεδα anti-HCV+ είναι ανησυχητικά, καθώς υποδηλώνουν εκτεταμένες πρακτικές ενέσιμης χρήσης υψηλότερου κινδύνου και συνθήκες που μπορούν να ευνοήσουν, μεταξύ άλλων, και τη μετάδοση του HIV. Η εμπειρία της Αθήνας έχει δείξει ότι η αύξηση της HCV λοίμωξης μπορεί να προηγείται και να λειτουργεί ως ένδειξη για επακόλουθη επιδημική έξαρση HIV στον ίδιο πληθυσμό, λόγω κοινών μηχανισμών μετάδοσης που συνδέονται κυρίως με πρακτικές ενέσιμης χρήσης[11]. Συνεπώς, η σταθερά αυξητική τάση του HCV δεν πρέπει να εκλαμβάνεται μόνο ως αναμενόμενο αποτέλεσμα της σύνθεσης και γήρανσης του δείγματος ή ως ένδειξη επιβάρυνσης από ηπατίτιδα C, αλλά και ως πιθανός δείκτης υποκείμενης ή μελλοντικής αναζωπύρωσης της HIV μετάδοσης.
Για τον λόγο αυτό ενδείκνυται επαναλαμβανόμενος έλεγχος HIV και HCV στην κοινότητα και στις υπηρεσίες, συνέχιση παρεμβάσεων τύπου STTR και εντατικοποίηση προγραμμάτων μείωσης της βλάβης (διείσδυση των προγραμμάτων διανομής συρίγγων και θεραπείας με αγωνιστές οπιοειδών) και άμεσης διασύνδεσης με θεραπεία.
[11] Gountas, I., Nikolopoulos, G., Touloumi, G., Fotiou, A., & Souliotis, K. (2021). Could the 2010 HIV outbreak in Athens, Greece have been prevented? A mathematical modeling study. PloS one, 16(10), e0258267.
Χρόνια ηπατίτιδα C
Χρόνια ηπατίτιδα C στα άτομα που συμμετέχουν ΣΕ οροσυμπεριφορικές έρευνες-παρέμβαση
Α θ ή ν α — Σύμφωνα με τα στοιχεία του ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗ III για την Αθήνα της περιόδου 2024-2025 (n=688), χρόνια ηπατίτιδα C είχαν περισσότερα από τα 4/5 των ατόμων με θετικό αντίσωμα—το 63,3% του συνόλου των συμμετεχόντων στο πρόγραμμα.[12]
Θ ε σ σ α λ ο ν ί κ η — Σύμφωνα με τα στοιχεία του ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ για τη Θεσσαλονίκη της περιόδου 2019-2021 (n=1.047), χρόνια Ηπατίτιδα C είχαν σχεδόν τα 2/3 των ατόμων με θετικό αντίσωμα—το 41,2% του συνόλου των συμμετεχόντων στο πρόγραμμα.[13]
[12] Ρούσσος και συν. (2025). Ηπατίτιδα C σε χρήστες ενδοφλέβιων ναρκωτικών στην Αθήνα (πρόγραμμα «ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗΣ», 2024-2025): ενδείξεις για μείωση επιπολασμού χρόνιας ηπατίτιδας C. Προφορική παρουσίαση στη 13η Πανελλήνια Συνάντηση «AIDS, Ηπατίτιδες, Αναδυόμενα Νοσήματα & Εξαρτήσεις», Αθήνα, 24-26 Σεπτεμβρίου 2025.
[13] Sypsa, V., Roussos, S., Tsirogianni, E., et al. (2023). A new outbreak of HIV infection among people who inject drugs during the COVID-19 pandemic in Greece. International Journal of Drug Policy, 117, 104073.
Χρόνια ηπατίτιδα C στα άτομα που βρίσκονται σε θεραπεία για χρήση ουσιών
Σε ετήσια βάση από το 2020, σχεδόν όλες οι δομές θεραπείας για χρήση ουσιών στην Ελλάδα διαθέτουν στο ΕΚΤΕΠΝ, μέσω του ιατρικού τους προσωπικού, συγκεντρωτικά δεδομένα για την HCV λοίμωξη, καλύπτοντας τα άτομα που βρίσκονται σε θεραπεία σε μια συγκεκριμένη χρονική στιγμή (την περίοδο της καταγραφής). Το 2024, διαθέσιμα δεδομένα ήταν για συνολικά 6.600 άτομα με ιστορικό ενέσιμης χρήσης για τα οποία ήταν γνωστό ότι είχαν εξεταστεί για HCV σε κάποια χρονική στιγμή στο παρελθόν και διέθεταν το αποτέλεσμα της πιο πρόσφατης εξέτασης (αν και ο ακριβής χρόνος της διενέργειάς της δεν ήταν διαθέσιμος). Από τις συνολικά 3266 περιπτώσεις στις οποίες διενεργήθηκε μοριακός έλεγχος με διαθέσιμο αποτέλεσμα, το 76,7% (n=2506) είχαν ενεργή λοίμωξη τη στιγμή της εξέτασης (HCV-RNA+)—το 50,0% του συνόλου του συνολικού δείγματος[14].
[14] Υπολογίστηκε ως unconditional probability ως εξής: P(RNA+) = P(RNA+|ANTIBODY+ και PCR tested) * P(ANTIBODY+).
Anti-HCV/HIV συλλοίμωξη
Σύμφωνα με ανάλυση των δεδομένων του 2024 για 607 άτομα που εισήλθαν στη θεραπεία και διέθεταν πλήρη ορολογικά δεδομένα τόσο για anti-HCV όσο και για HIV, το 67,1% είχαν anti-HCV μονολοίμωξη και το 7,6% anti-HCV/HIV συλλοίμωξη (δεν φαίνεται σε πίνακα), ενώ ένα άτομο (0,1%) είχε HIV μονολοίμωξη. Η αναλογία επιπολασμού HIV προς HCV (δηλαδή ο σχετικός επιπολασμός του HIV σε σχέση με τον HCV) ήταν 10,4%. Ο επιπολασμός του HIV ήταν 10,2% στα anti-HCV θετικά και 0,6% στα anti-HCV αρνητικά άτομα.
Anti-HCV/HIV συλλοίμωξη είχε το 16,7% των συμμετεχόντων στο ερευνητικό πρόγραμμα-παρέμβαση ΑΡΙΣΤΟTΕΛΗΣ II στην Αθήνα (2018-2022, n=1.386) και το 5,3% των συμμετεχόντων στο αντίστοιχο πρόγραμμα ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ στη Θεσσαλονίκη (2019-2021, n=1.047).
Ηπατίτιδα Β
Δεδομένα για την Ηπατίτιδα B είναι διαθέσιμα από τις εργαστηριακές εξετάσεις που πραγματοποιούνται κατά την είσοδο των ατόμων με ιστορικό ενέσιμης χρήσης στα προγράμματα θεραπείας για χρήση ουσιών.
Anti-HBc: Αντισώματα έναντι του πυρηνικού αντιγόνου της ηπατίτιδας Β (anti-HBc, δείκτης έκθεσης στον ιό) ανιχνεύτηκαν στο 26,6% των ατόμων που εξετάσθηκαν κατά την είσοδό τους στα προγράμματα θεραπείας το 2024 (Πίνακας 4.4)—με το ποσοστό αυτό να κυμαίνεται ανά τύπο προγράμματος μεταξύ 19,9% (‘στεγνά’) και 30,1% (πρόγραμμα θεραπείας με αγωνιστές οπιοειδών, δεν φαίνεται σε πίνακα ή γράφημα). Υψηλότερα ποσοστά anti-HBc-θετικών διαγνώσεων παρατηρήθηκαν στην Αττική (31,1%) από ό,τι στη Θεσσαλονίκη (22,9%) και τις Λοιπές Περιοχές (21,5%, Πίνακας 4.4). Συνολικά, και χωρίς στατιστικό έλεγχο των διαφορών, υψηλότερος επιπολασμός anti-HBc παρατηρήθηκε στους άνδρες (ιδίως στην περιοχή της Αττικής/Αθήνας), στα άτομα ηλικίας 35 ετών και άνω, σε όσα άτομα είχαν προηγούμενο ιστορικό θεραπείας, σε όσους είχαν ιστορικό ενέσιμης χρήσης άνω των δύο ετών και σε όσους ανέφεραν ιστορικό φυλάκισης (Πίνακας 4.4).
HBsAg: Για το ίδιο δείγμα, ο επιπολασμός του αυστραλιανού αντιγόνου (HBsAg, δείκτης παρούσας μόλυνσης) ανήλθε το 2024 στο 1,1% (Πίνακας 4.5). Ο επιπολασμός του HBsAg ήταν σχετικά υψηλότερος στα άτομα που εισέρχονταν σε προγράμματα θεραπείας με αγωνιστές οπιοειδών, σε σύγκριση με όσους εισέρχονταν σε «στεγνά» προγράμματα (1,3% και 0,8%, αντίστοιχα). Αν και βασίζεται σε πολύ μικρό αριθμό εξετάσεων, ο επιπολασμός HBsAg ήταν επίσης σχετικά υψηλότερος στο στρώμα των Λοιπών περιοχών. Συνολικά, και χωρίς στατιστικό έλεγχο των διαφορών, υψηλότερος επιπολασμός HBsAg παρατηρήθηκε στους άνδρες, στα άτομα ηλικίας 35 ετών και άνω, σε όσους ανέφεραν ως κύρια ουσία χρήσης την ηρωίνη ή άλλα οπιοειδή, σε όσους είχαν συντομότερο ιστορικό ενέσιμης χρήσης (≤2 έτη) και σε όσους ανέφεραν ιστορικό φυλάκισης (Πίνακας 4.5).
Δ ι α χ ρ ο ν ι κ ά : Όπως φαίνεται στο Γράφημα 4.6, παρά τις ετήσιες διακυμάνσεις, παρατηρείται συνολικά αυξητική τάση στο ποσοστό των ατόμων που κατά την είσοδό τους στα προγράμματα θεραπείας διαγιγνώσκονται με αντισώματα έναντι του πυρηνικού αντιγόνου της ηπατίτιδας Β (anti-HBc, δείκτης προηγούμενης έκθεσης στον ιό). Σε συνδυασμό με τη σχετικά σταθερή διαχρονικά συχνότητα του αυστραλιανού αντιγόνου (HBsAg, δείκτης ενεργού λοίμωξης), διαφαίνεται μια σωρευτική έκθεση στον ιό της ηπατίτιδας Β χωρίς ωστόσο αντίστοιχη αύξηση της ενεργού λοίμωξης, ενδεικτικό περισσότερο παλαιότερων λοιμώξεων ή/και βελτιωμένου ελέγχου της μετάδοσης παρά με διεύρυνσης της τρέχουσας μετάδοσης.
Το ποσοστό των ατόμων που έχουν εμβολιαστεί έναντι της ηπατίτιδας Β παρουσιάζει σταδιακή σταθερή αύξηση με την πάροδο των ετών, καλύπτοντας περίπου το ένα τρίτο του δείγματος τα πιο πρόσφατα έτη (στοιχεία κυρίως από δομές θεραπείας με αγωνιστές οπιοειδών, Γράφημα 4.7). Το παραπάνω είναι ενδεικτικό αυξημένης πρόσβασης σε εμβολιασμό (ο καθολικός εμβολιασμός έναντι της ηπατίτιδας Β εντάχθηκε στην Ελλάδα στο εθνικό πρόγραμμα εμβολιασμών το 1998). Ταυτόχρονα, αν και με διακυμάνσεις, το ποσοστό των ατόμων που παραμένουν επιρρεπή σε λοίμωξη από HBV εξακολουθεί να είναι σταθερά υψηλό και χωρίς σαφή ένδειξη μακροχρόνιας μείωσης, ενδεικτικό ότι σημαντικό μέρος του πληθυσμού αυτού εξακολουθεί να διαφεύγει του εμβολιασμού (Γράφημα 4.7)
Φυματίωση
Το 2024, από τα 237 άτομα που εξετάστηκαν με δερμοαντίδραση Mantoux κατά την είσοδό τους στη θεραπεία και για τα οποία διατέθηκαν στοιχεία στο ΕΚΤΕΠΝ, το 16,0% ήταν θετικά, με το ποσοστό να κυμαίνεται από 12,7% στα «στεγνά» θεραπευτικά προγράμματα (10 θετικές περιπτώσεις) έως 17,6% στα προγράμματα θεραπείας με αγωνιστές οπιοειδών (28 θετικές περιπτώσεις, δεν φαίνεται σε πίνακα). Επιπλέον, από τα 471 άτομα που υποβλήθηκαν σε ακτινογραφία θώρακος και για τα οποία διατέθηκαν στοιχεία στο ΕΚΤΕΠΝ, τρία (0,6%) εμφάνισαν ευρήματα συμβατά με φυματίωση, όλα προερχόμενα από «στεγνά» θεραπευτικά προγράμματα.
Ψυχιατρική συννοσηρότητα
Σύμφωνα με στοιχεία από τις πέντε (5) εξειδικευμένες μονάδες διπλής διάγνωσης των προγραμμάτων θεραπείας του ΨΝΘ και του ΚΕΘΕΑ, το 2023 336 άτομα βρίσκονταν σε θεραπεία για χρήση ουσιών με ψυχιατρική συννοσηρότητα, αριθμός αυξημένος κατά 60% συγκριτικά με το 2022 (n=210).
Εκτός από τις παραπάνω δομές, άτομα με ψυχιατρική συννοσηρότητα γίνονται δεκτά από όλες τις δομές θεραπείας, συμπεριλαμβανομένων των μονάδων σωματικής αποτοξίνωσης και των προγραμμάτων θεραπείας στα σωφρονιστικά καταστήματα. Σύμφωνα με τα στοιχεία για το 2023, το 34,3% (n=4.078) των ατόμων υπό θεραπεία για προβλήματα από τη χρήση ουσιών (n=11.882) είχαν ψυχιατρική συννοσηρότητα—με το ποσοστό αυτό να έχει διαχρονικά αυξητική τάση (Γράφημα 4.8). Για περισσότερες πληροφορίες σχετικά με τις υπηρεσίες, βλ. Συμβουλευτική και θεραπεία για τις ουσιοεξαρτήσεις.
ΤΕΧΝΙΚΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ
Δείκτης επιπολασμού μολυσματικών ασθενειών (ΔΕΜΑ)
Ο Δείκτης Επιπολασμού Μολυσματικών Ασθενειών (ΔΕΜΑ) συλλέγει στοιχεία σχετικά με τον επιπολασμό των λοιμωδών νοσημάτων (κυρίως HIV, Ηπατίτιδα C και Ηπατίτιδα Β και φυματίωση) στα άτομα που εισέρχονται στη θεραπεία για χρήση ουσιών και αναφέρουν προβληματική χρήση, συμπεριλαμβανομένης την ενέσιμη χρήση.
Το σύστημα αναφοράς του ΕΚΤΕΠΝ αποτελείται από πανελλαδικό δίκτυο φορέων, το οποίο αποτελείται από δομές συμβουλευτικής και θεραπείας για τις εξαρτήσεις ('στεγνά' θεραπευτικά προγράμματα, μονάδες θεραπείας με αγωνιστές οπιοειδών), κέντρα άμεσης πρόσβασης, εργαστήρια, νοσοκομεία και εθνικά κέντρα αναφοράς λοιμωδών νοσημάτων.
Σε ετήσια βάση, με τη χρήση ειδικού ατομικού και ανώνυμου εντύπου συλλέγονται στοιχεία σχετικά με τα αποτελέσματα αιματολογικών εξετάσεων για τους ιολογικούς δείκτες anti-HCV (Ηπατίτιδα C), HBsAg, Anti-HBc και Anti-HBs (Ηπατίτιδα Β) και anti-HIV-1/2, καθώς και εξετάσεων δερματικής φυματινοαντίδρασης (τεστ Mantoux) και ακτινογραφίας θώρακος ή οιασδήποτε άλλης εξέτασης (σε ανοιχτού τύπου ερώτηση).
Μέσω αυτοαναφορών, ο ΔΕΜΑ συλλέγει επιπλέον στοιχεία για συμπεριφορές υψηλού κινδύνου για την υγεία, όπως τη συχνότητα ενέσιμης χρήσης, την κοινή χρήση συρίγγων και λοιπού ενέσιμου ή μη ενέσιμου υλικού, τη χρήση προφυλακτικού και την ενέσιμη χρήση διεγερτικών ουσιών.
Τα ατομικά στοιχεία παρέχονται στο ΕΚΤΕΠΝ με ανώνυμο κωδικό ώστε να είναι δυνατή η καταμέτρηση των περιπτώσεων μία μόνο φορά ανά έτος. Η παραπάνω διαδικασία διενεργείται στο πλαίσιο απόφασης της Αρχής Προστασίας Ατομικών Δεδομένων και σύμφωνα με τον νέο Γενικό Κανονισμό Προστασίας Δεδομένων (GDPR).
Η συστηματική, σε ετήσια βάση, συλλογή στοιχείων ΔΕΜΑ δίνει τη δυνατότητα μελέτης του επιπολασμού των λοιμωδών νοσημάτων στα άτομα που εισέρχονται στη θεραπεία για χρήση ουσιών τόσο διαχρονικά όσο και σε ευρωπαϊκό επίπεδο.
Τελευταία διαθέσιμα στοιχεία - Γραφήματα 2022 - Λοιμώδη
Γραφήματα 2021 - Λοιμώδη - Ετήσια Έκθεση ΕΚΤΕΠΝ 2023













